Η αναγκαία Δομική Μεταμόρφωση της ευρωζώνης

Η μείωση του βασικού επιτοκίου απο την ΕΚΤ στο 0,05% είναι μια πρωτοφανής στην οικονομική ιστορία κίνηση: ποτέ το χρήμα δεν ήταν τόσο φθηνό διεθνώς (στις ΗΠΑ το επιτόκιο της FED είναι 0,15%) και ταυτόχρονα τόσο χαμηλή η ζήτηση του. Η αναφορά του Ντράγκι ότι θα αγοράζει ιδιωτικό χρέος από τις τράπεζες (Asset Backed Securities) είναι γεγονός που δημιουργεί κινδύνους για πιθανή

δημιουργία μιας «αλά ΗΠΑ» αγοράς δομημένων ομολόγων (που κατέρρευσε το 2008 όταν και πτώχευσε η Lehman Brothers). Αλλά ας αφήσουμε αυτό το ζήτημα προς το παρόν διότι θα αναλυθεί αφού δούμε στην πράξη τις προθέσεις της ΕΚΤ.

Πολλές φορές αναγκαζόμαστε να λέμε τα ίδια πράγματα, προκειμένου να  φανεί ότι αναλύσαμε τα δρώμενα. Όμως τα αυτονόητα και τα βασικά ζητούμενα σε εποχή οικονομικής κρίσης, δεν είναι πάντα κοινώς αποδεκτά. Π.χ. πολλοί επιμένουν ότι αυτό που λέει η τρόικα είναι σωστό: μπορούμε και πρέπει να αναδιοργανώσουμε Κράτος, να εισπράξουμε φόρους και κρατικά έσοδα, να περιορίσουμε έλλειμμα, να αυξήσουμε ανταγωνιστικότητα και ΑΕΠ, ώστε να ανακάμψουμε και να ξεπληρώσουμε το χρέος μας. Συμφωνούμε όλοι· έπρεπε να είχαν ήδη γίνει όλα αυτά. Το μεγάλο ερώτημα όμως είναι αν μπορούμε, και ειδικά αν μπορούμε σήμερα!

Το πρόβλημα της υπερχρέωσης της Ελλάδας και των άλλων χωρών του Νότου της ευρωζώνης επαναφέρει στην επικαιρότητα θεωρητικές αναλύσεις και μια πλούσια βιβλιογραφία σχετικά με τις παγκόσμιες κρίσεις χρέους που χαρακτήρισαν το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα. Από τη θεωρία αλλά και την ιστορική εμπειρία είναι εμφανές ότι «βιώσιμη τροχιά εθνικού δανεισμού» δεν υφίσταται όταν ο ρυθμός  ανάπτυξης μιας χώρας είναι κατώτερος του επιτοκίου που πληρώνει. Ό,τι ισχύει δηλαδή για την Ελλάδα. Η οικονομική θεωρία μας υποδεικνύει ότι πρέπει να υπάρχει πρωτογενές πλεόνασμα που να καλύπτει την αρνητική διαφορά μεταξύ ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ και επιτοκίου δανεισμού, για να έχουμε μείωση του λόγου Χρέους /ΑΕΠ.

Η οικονομική ιστορία μας υποδεικνύει επίσης ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις η μοναδική βιώσιμη λύση επιτυγχάνεται με μέτρα που εξασφαλίζουν τη σταδιακή επαναφορά της οικονομίας σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η τρόικα, όμως, και οι φωστήρες της είναι υπέρμαχοι μιας πρακτικής που στηρίζεται σε κοντόφθαλμη επιβολή μέτρων λιτότητας και είσπραξης τοκοχρεολυσίων, η οποία ακυρώνει την αναπτυξιακή προοπτική και βυθίζει τις οικονομίες σε ένα σπιράλ απαξίωσης πλούτου και αντι-αναπτυξιακού αδιεξόδου.

Η δραματική διαφορά ανάμεσα σε μια αναπτυξιακή προσέγγιση και σε μια πολιτική λιτότητας φαίνεται φυσικά με την εμπειρία της Γερμανίας, αμέσως μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, οπότε και οι συμμαχικές δυνάμεις επέβαλαν σκληρούς όρους αποπληρωμής του χρέους και καταβολής αποζημιώσεων. Αποτέλεσμα αυτών των μέτρων ήταν υπερπληθωρισμός, μαζική ανεργία και άνοδος του Ναζισμού.

Όταν, όμως, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οι σύμμαχοι ακολούθησαν εντελώς διαφορετική πολιτική, βασισμένη στην αναπτυξιακή προσέγγιση και φυσικά σε αναγκαστικό  «κούρεμα» του γερμανικού χρέους, τότε έδωσαν στη Γερμανία οξυγόνο, με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής του υπόλοιπου χρέους, και ουσιαστικά υποστήριξαν την αναπτυξιακή διαδικασία με ρευστότητα και πόρους από το σχέδιο Μάρσαλ. Αυτή η πολιτική και ο οικονομικός σχεδιασμός με βάση την παροχή «οξυγόνου» στην Οικονομία, ήταν η βάση για το λεγόμενο «γερμανικό θαύμα» της μεταπολεμικής περιόδου.

Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι στην Ελλάδα είναι εγκληματική η μακρόχρονη πελατειακή νοοτροπία στον δημόσιο τομέα, με ευθύνη των κομμάτων για την υπερχρέωση του κράτους. Όμως απορεί κανείς γιατί η τρόικα δεν έθιξε εξ αρχής αυτό το βασικό θέμα: γιατί δεν προσδιόρισε π.χ. στο πρώτο Μνημόνιο, με ένα ακριβές χρονοδιαγραμματικό πλαίσιο, τον αριθμό των αναγκαίων απολύσεων από το πλεονάζον και αντιπαραγωγικό προσωπικό δημοσίων υπαλλήλων, σε ορισμένα μέρη της κρατικής μηχανής. Πολλοί θα βιαστούν να πουν ότι «αυτά μας τα υπέδειξαν», απλά εμείς δεν τα κάναμε. Και όμως, μια προσεκτική ανάλυση των στόχων του πρώτου Μνημονίου, μας φανερώνει ότι τέθηκαν «ποιοτικοί στόχοι» και όχι  συγκεκριμένες ποσοτικοποιημένες παραμέτροι, όπως έγινε π.χ. με τις οριζόντιες περικοπές μισθών, συντάξεων, επιδομάτων. Εκεί είναι που αστόχησε η περίφημη τεχνογνωσία των τροϊκανών.

Σήμερα, δυστυχώς, 5 χρόνια μετά το κακό σχέδιο πειθάρχησης της οικονομίας μας, εκτός από το δικό μας καρκίνωμα υπάρχει και η «ευρωπαϊκή πνευμονία». Η κατάσταση σε Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία και Ιταλία, οφείλεται, σ’ έναν μεγάλο βαθμό, στην ατελή διαμόρφωση της νομισματικής ένωσης της Ευρώπης. Χωρίς την οριστική επίλυση του προβλήματος «κατεύθυνσης» της ευρωζώνης, θα είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί βιώσιμη λύση στο πρόβλημα που ακούει στο όνομα ελληνικό/πορτογαλικό/ ισπανικό/ ιταλικό χρέος.

Και δυστυχώς οι προτάσεις είναι συγκεκριμένες, ελάχιστες αλλά θεωρητικά ισχυρές. Αυτές οι λύσεις απαιτούν τον συντονισμό πολλών πλευρών και μια «δομική μεταμόρφωση» στην εικόνα των θεσμών της ευρωζώνης. Τι εννοώ: χωρίς τη διεύρυνση του ρόλου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ώστε να επεμβαίνει άνευ περιορισμών στη δευτερογενή αγορά,  απαιτείται να ιδρυθεί μια νέα «κεντρική δεξαμενή» απορρόφησης του τοξικού όγκου των νοτιο-ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων.

Το ίδιο πρέπει να συμβεί με τους Μηχανισμούς Στήριξης: πρέπει να προκύψει μέσα από αυτούς ένας Πανευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλισης Καταθέσεων που να «εγγυάται» όλες τις καταθέσεις σε όλες τις τράπεζες της ευρωζώνης και φυσικά να αναλαμβάνει την ανακεφαλαιοποίηση όσων τραπεζών έχουν σοβαρά προβλήματα.

Σε αυτή την αναγκαία δομική μεταμόρφωση οφείλει να συμμετέχει και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ως αιμοδότης αναπτυξιακών έργων υποδομών, μεταφορών και ενέργειας στις εθνικές οικονομίες του Νότου, μέσω έκδοσης ειδικών αναπτυξιακών ευρωομολόγων.

Είναι πλέον καιρός να ξεκινάμε από το αυτονόητο: εδώ στην Ελλάδα, 5 χρόνια μετά την προσφυγή μας στους εταίρους-πιστωτές, το να απολύσουμε περιττό κόσμο στο σπάταλο δημόσιο (κάτι που έπρεπε να γίνει σε καιρό ανάπτυξης), το να οργανώσουμε το κράτος ώστε να λειτουργεί ο φοροεισπρακτικός μηχανισμός και το να δώσουμε κίνητρα επενδύσεων και γενικότερα να μεταρρυθμίσουμε τη χώρα, απαιτεί δυστυχώς δύο πράγματα που σκοπίμως δεν αναλύονται: ρευστότητα και καλή διαχείριση. Το πρώτο, δεν θέλουν να μας το δώσουν οι Ευρωπαίοι, διότι ξέρουν ότι στο δεύτερο δεν είμαστε καλοί. Αλλά, δυστυχώς γι’ αυτούς, είναι αναγκασμένοι να πάρουν το ρίσκο διότι αυτό αφορά και την εξασφάλιση της αποπληρωμής των δικών τους πιστώσεων.

Η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία και οι λοιπές χρεωμένες και καταρρέουσες οικονομίες, δεν μπορούν να ανακάμψουν αν πρωτίστως δίνουν βάρος στο να ξεπληρώνουν το χρέος τους. Πρέπει πρώτα να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξή τους για να καλύψουν τα ελλείμματά τους, ώστε μετά να γίνουν τα χρέη τους βιώσιμα. Αυτά προτάσσει η Οικονομική Επιστήμη. Άλλα όμως προτάσσουν οι Γερμανοί και οι… αντίπαλοί τους. Διότι να μην ξεχνάμε ότι η Μέρκελ στο παρελθόν αναφέρθηκε εναντίον των τραπεζών, των αγορών και των κερδοσκόπων. Φαινομενικά φαίνεται να είναι σε κοινό μέτωπο, οι δύο πλευρές, αλλά μάλλον δεν αποκλείεται στο μέλλον μια μεταξύ τους πιθανή και μοιραία -για τη Γερμανία και την ευρωζώνη- σύγκρουση.

Ο Ηλίας Καραβόλιας είναι οικονομολόγος

protagon.gr


Αρέσει σε %d bloggers: