Σεπ 19 2014

Πας μη Έλλην βάρβαρος -αλλά ποιος το είπε;

Tο σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός πολύ καλού άρθρου του ιστολογίου, που είχε δημοσιευτεί κατακαλόκαιρο πριν από πέντε χρόνια κι έτσι δεν θα το ξέρουν πολλοί από τους σημερινούς αναγνώστες. Το παλιό εκείνο άρθρο είναι ένα από τα αγαπημένα μου, όχι για όσα έγραψα εγώ αλλά για όσα βρέθηκαν χάρη στη συλλογική σοφία του ιστολογίου (δείτε τα πρώτα σχόλια και θα καταλάβετε) -ουσιαστικά, αυτό που θα διαβάσετε σήμερα είναι ένα πολύ διαφορετικό άρθρο. Ενδιάμεσα έχει δημοσιευτεί στο βιβλίο μου “Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία“, αλλά στο Διαδίκτυο και στο ιστολόγιο δεν υπήρχε και ήταν αδικία, αφού χάρη στο Διαδίκτυο και στο ιστολόγιο συμπληρώθηκε. Οπότε, επανορθώνω.

Η ιστορία της λέξης ‘βάρβαρος’ είναι εκτενέστατη και φορτισμένη· βιβλίο ολόκληρο θα μπορούσε να γραφτεί γι’ αυτήν, οπότε με όσα θα γράψω

απλώς θα ξύσω την επιφάνεια. Στον Όμηρο δεν απαντά η ίδια η λέξη, βρίσκουμε όμως το επίθετο βαρβαρόφωνος (Καρών ηγήσατο βαρβαροφώνων, Β867). Στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, η Κασσάνδρα αρχικά παρουσιάζεται βουβή, επειδή μιλάει βάρβαρη γλώσσα (βάρβαρον φωνήν κεκτημένη, στίχος 1051), που μάλιστα ακούγεται σαν του χελιδονιού (χελιδόνος δίκην) κι έτσι χρειάζεται διερμηνέα (ερμηνέως … δείσθαι, στ. 1062-3). Αρχικά λοιπόν, η λέξη ‘βάρβαρος’ σήμαινε τον ξένο, τον αλλόγλωσσο, αυτόν που δεν μιλάει τη δική μας γλώσσα, που μιλάει μιαν αλλόκοτη γλώσσα που ακούγεται σαν «μπαρ-μπαρ-μπαρ». Βέβαια, και μόνο η τέτοια επισήμανση της διαφορετικότητας έχει μιαν υπόρρητη υποτιμητική απόχρωση. Στις εξιστορήσεις των μηδικών πολέμων, η λ. ‘βάρβαρος’ χρησιμοποιείται για να δηλώσει τους Πέρσες (μάλιστα ο Αισχύλος στους Πέρσες, στ. 255, εμφανίζει τον Πέρση αγγελιοφόρο να αναγγέλλει: «στρατός γαρ πας όλωλε βαρβάρων»).

Μετά τους μηδικούς πολέμους, η υποτιμητική απόχρωση είναι πλέον σαφής· εμφανίζεται η αξιολογική κρίση και αρχίζει η λέξη ‘βάρβαρος’ να σημαίνει «άξεστος, ακαλλιέργητος», π.χ. στις Νεφέλες του Αριστοφάνη ο Σωκράτης λέει για τον Στρεψιάδη «άνθρωπος αμαθής ουτοσί και βάρβαρος». Οι άλλες σημασίες παραμένουν. Λογουχάρη, ο ίδιος Αριστοφάνης χρησιμοποιεί κατ’ επανάληψη τη λέξη ‘βάρβαρος’ για να δηλώσει τους αλλοδαπούς και ειδικά τους Πέρσες, ενώ στους Όρνιθες (στ. 199) ο Έποπας καυχιέται ότι δίδαξε στα πουλιά να μιλάνε ενώ πριν ήταν βάρβαρα, δηλ. αλλόγλωσσα («εγώ γαρ αυτούς βαρβάρους όντας προ τού εδίδαξα την φωνήν»). Αλλά και το ρ. βαρβαρίζω έχει στα αρχαία πολλές σημασίες· μπορεί να σημαίνει «μιλάω ξένη γλώσσα», «μιλάω σπασμένα ελληνικά» ή «κάνω γραμματικά λάθη, σολοικισμούς».

Όλα τα παραπάνω τα αναλύει αρκετά εύστοχα ο Στράβωνας σε ένα απόσπασμά του, που επειδή είναι μεγαλούτσικο θα το παραθέσω μόνο σε μετάφραση (Η μετάφραση είναι της Παρασκευής Κοτζιά, από το άρθρο της «Ο λόγος των ‘βαρβάρων’ στην αρχαία ελληνική γραμματεία», στον συλλογικό τόμο Ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, επιμ. Α. Χριστίδης, Ινστιτούτο Νεοελλ. Σπουδών. Το ίδιο άρθρο περιέχει πολλά ενδιαφέροντα σχετικά με το θέμα μας):

Φαντάζομαι, άλλωστε, ότι η λέξη βάρβαρος σχηματίστηκε αρχικά ως ηχομιμητική, για να δηλώσει αυτούς που η προφορά τους χαρακτηρίζεται από δυσκολία και τραχύτητα, όπως και οι λέξεις βατταρίζω, τραυλίζω, ψελλίζω. (…) Επειδή λοιπόν όλοι όσοι μιλούσαν με βαριά προφορά χαρακτηρίζονταν με τον τρόπο αυτό (δηλ. ηχομιμητικά) βάρβαροι, η προφορά των ξένων —εννοώ των μη Ελλήνων— θεωρήθηκε ότι ανήκε σ’ αυτήν την κατηγορία. Χρησιμοποίησαν, λοιπόν, με ειδική σημασία τη λέξη βάρβαροι γι’ αυτούς, στην αρχή κοροϊδευτικά, επειδή είχαν βαριά προφορά· στη συνέχεια χρησιμοποιήσαμε τη λέξη καταχρηστικά ως κοινό εθνικό όνομα, αντιδιαστέλλοντας όλους τους άλλους προς τους Έλληνες. Γεγονός είναι, βέβαια, ότι με τις συχνές επαφές και σχέσεις με τους βαρβάρους δεν υπήρχε πια η εντύπωση ότι αυτό οφειλόταν σε δυσκολίες προφοράς και σε κάποια διαμαρτία των φωνητικών οργάνων, αλλά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γλωσσών. Στη δική μας γλώσσα όμως διαπιστώθηκε και ένα άλλο πρόβλημα προφοράς, «βαρβαροστομίας» θα μπορούσαμε να πούμε, όταν κάποιος δεν κατάφερνε να μιλήσει σωστά ελληνικά, αλλά πρόφερε τις λέξεις όπως οι βάρβαροι που αρχίζουν να μαθαίνουν ελληνικά και δεν είναι σε θέση να τα μιλήσουν σωστά, όπως και εμείς άλλωστε τις δικές τους γλώσσες.

Στη ρωμαϊκή εποχή, η λέξη ‘βάρβαρος’ σημαίνει αυτούς που δεν είναι Έλληνες ή Ρωμαίοι και ειδικά τους πληθυσμούς που ζούσαν έξω από τα όρια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τα limes, και που με τη δύναμη των αριθμών και τις αλλεπάλληλες επιδρομές τους κατάφεραν τελικά να την καταλύσουν την κραταιά αυτοκρατορία. Αυτοί είναι άλλωστε και οι βάρβαροι του καβαφικού ποιήματος, που θα ήταν μια κάποια λύσις

Πας μη Έλλην…;

Ξέρουμε βέβαια ότι «πας μη Έλλην βάρβαρος». Το μάθαμε στο σχολείο. Ανάλογα με τις εποχές, άλλοι δάσκαλοι έσπευδαν να διευκρινίσουν ότι η λέξη ‘βάρβαρος’ δεν έχει μειωτική χροιά αλλά απλώς περιγράφει τον αλλόγλωσσο ή τον αλλοδαπό, ενώ άλλοι δεν θεωρούσαν αναγκαία καμιά διευκρίνιση. Ποιος πρωτοείπε όμως το ρητό αυτό;

Το γεγονός είναι ότι σε όλη την αρχαία ελληνική γραμματεία, μαζί και τη βυζαντινή, όπως διασώζεται στον Thesaurus Linguae Graecae, το περίφημο TLG, δεν υπάρχει πουθενά τέτοιο ρητό. Ούτε αυτούσιο, ούτε παρόμοιο. Προκαλεί εντύπωση, αλλά είναι απολύτως βεβαιωμένο ότι τέτοιο αρχαίο ρητό δεν παραδίδεται… στα ελληνικά.

Μ’ αυτό δεν λέω ότι το ρητό δεν απηχεί μια πραγματικότητα. Η διχοτομία Ελλήνων-βαρβάρων υπήρχε στην κλασική αρχαιότητα, όπως αποτυπώνεται καθαρά σε ένα ρητό που ο Διογένης Λαέρτιος (1.34) αποδίδει στον Θαλή, ενώ άλλοι το απέδιδαν στον Σωκράτη: «Χρωστάω χάρη στην Τύχη για τρία πράγματα: που γεννήθηκα άνθρωπος και όχι ζώο, άνδρας και όχι γυναίκα, Έλληνας και όχι βάρβαρος» (τριῶν τούτων ἕνεκα χάριν ἔχειν τῇ Τύχῃ· πρῶτον μὲν ὅτι ἄνθρωπος ἐγενόμην καὶ οὐ θηρίον, εἶτα ὅτι ἀνὴρ καὶ οὐ γυνή, τρίτον ὅτι Ἕλλην καὶ οὐ βάρβαρος). Οι Έλληνες, ειδικά μετά τους περσικούς πολέμους, πίστευαν ότι, ελεύθεροι πολίτες καθώς ήταν, ήταν ανώτεροι από τους βαρβάρους που υπάκουαν δουλικά σε έναν βασιλιά. Όπως λέει ο Ευριπίδης στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι, είναι λογικό οι Έλληνες να εξουσιάζουν τους βαρβάρους, αλλά όχι το αντίστροφο: βαρβάρων δ’ Ἕλληνας ἄρχειν εἰκός, ἀλλ’ οὐ βαρβάρους  Ἑλλήνων· τὸ μὲν γὰρ δοῦλον, οἱ δ’ ἐλεύθεροι.

Αυτό όμως δεν εμπόδισε πολλούς Έλληνες συγγραφείς να αναφερθούν με σεβασμό στα επιτεύγματα των βαρβάρων, όπως ο Ξενοφώντας για τους Πέρσες ή ο Ηρόδοτος. Άλλωστε, η διχοτομία του «εμείς» και «οι άλλοι» δεν είναι αποκλειστικότητα των Ελλήνων. Οι Εβραίοι αποκαλούσαν εθνικούς (γκογίμ) τους μη Εβραίους, ονομασία που κατά καιρούς πήρε μειωτικές σημασίες· οι Άραβες αποκάλεσαν ατζέμ τους Πέρσες, λέξη που με τον καιρό έγινε επίσης μειωτική (από εκεί και ο δικός μας ατζαμής), ενώ στις περισσότερες σλάβικες γλώσσες οι Γερμανοί λέγονται νέμετς (ή κάτι συναφές) που αρχικά σήμαινε «άλαλος».

Αλλά ας επανέλθουμε στο ρητό «Πας μη Έλλην βάρβαρος». Βλέποντας ότι απουσιάζει από την αρχαία γραμματεία, είχα σκεφτεί ότι θα μπορούσε να είναι μεταγενέστερη κατασκευή. Όμως, το βρίσκω στη λατινική γραμματεία, και ειδικότερα στον σχολιασμό της Αινειάδας του Βιργίλιου από τον Σέρβιο Γραμματικό ή Maurus Servius Honoratus. Σχολιάζοντας στον στίχο 504 του 2ου βιβλίου της Αινειάδας τη φράση auro barbarico (βαρβαρικό χρυσάφι), ο Σέρβιος παραθέτει, και μάλιστα στα ελληνικά, το «πας μη Έλλην βάρβαρος», θέλοντας να δείξει ότι οι Έλληνες θεωρούσαν βάρβαρους τους Φρύγες.

Συγκεκριμένα λέει ο Σέρβιος: auro barbarico: id est aut multo; aut cultu barbaro, quia barbari copiae magis quam elegantiae student; aut a barbaris capto; aut vere barbaro, id est Phrygio, quia πᾶς μὴ Ἕλλην βάρβαρος. nam et Homerus Phrygas barbaros appellat….

Αυτό μπορούμε να το μεταφράσουμε ελληνικά ως εξής: «βαρβαρικός χρυσός»: δηλαδή μπόλικος· ή βαρβαρικού γούστου, καθώς οι βάρβαροι νοιάζονται περισσότερο για την αφθονία παρά για την κομψότητα· ή λάφυρο από βαρβάρους· ή κυριολεκτικά βαρβαρικός, δηλαδή φρυγικός, καθώς «πας μη Έλλην βάρβαρος». Άλλωστε κι ο Όμηρος αποκαλεί τους Φρύγες βαρβάρους…

Να προσθέσω ότι ο στίχος 2.504 του Βιργιλίου έχει απασχολήσει τους μελετητές, διότι ο Πρίαμος εμφανίζεται εδώ να μιλάει για barbarico auro (βαρβαρικό χρυσάφι) μιλώντας για τα δικά του ανάκτορα και ο Σέρβιος προσπαθεί να το εξηγήσει, -βέβαια, δεν είναι ακριβής ο Σέρβιος όσον αφορά τον Όμηρο, διότι (το είδαμε στην αρχή) ο Όμηρος αποκαλεί όχι βάρβαρους αλλά βαρβαρόφωνους, και όχι τους Φρύγες αλλά τους Κάρες.

Ο Σέρβιος γενικά θεωρείται εγκυρότατος σχολιαστής και είχε πρόσβαση σε πηγές χαμένες σήμερα. Πάντως, επειδή δεν παραθέτει συγγραφέα, δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα σε ποιον ανήκει η πατρότητα της φράσης: θα μπορούσε να είναι παρμένη από χρηστομάθεια της εποχής ή από εισαγωγικό μάθημα ελληνικής φιλοσοφίας για Ρωμαίους, ενώ δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να ήταν παροιμιώδης από τότε, αν και σ’ αυτή την περίπτωση μάλλον θα την είχε αποθησαυρίσει κάποιος παροιμιολόγος.

Κατά πάσα πιθανότητα, η φράση αναστήθηκε στα νεότερα χρόνια, είτε από Έλληνες λογίους είτε από Ευρωπαίους. Έχω βρει τη φράση σε αγγλικό Λεξικό της Βίβλου το 1863 και σε παλιότερο σύγγραμμα του 1847, όπως επίσης την έχω βρει και στο Περί ελληνικής συντάξεως του Κ. Ασωπίου (1858). Ο Κ. Ασώπιος παραπέμπει σωστά στον Σέρβιο, αλλά αυτό έχει ξεχαστεί. Στη νεότερη ελληνική βιβλιογραφία το «πας μη Έλλην βάρβαρος» θεωρείται αρχαίο παροιμιώδες χωρίς κανείς να προχωράει παραπέρα. Ο Κ. Πλεύρης, που έγραψε κοτζάμ βιβλίο με τίτλο «Πας μη Έλλην βάρβαρος», δεν μπήκε στον κόπο να διερευνήσει την ιστορία της φράσης, αλλά αυτό δεν εκπλήσσει: ο εθνικιστής χρησιμοποιεί τις πηγές όπως ο μεθυσμένος τους στύλους της ΔΕΗ: όχι για να του φωτίσουν το δρόμο αλλά για να στηρίξουν τα βήματά του που τρεκλίζουν.

Κι έτσι, διαβάσαμε ένα κατεβατό 1400 λέξεις και δεν μάθαμε ποιος είπε το “Πας μη Έλλην βάρβαρος”!

Από Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου,

 


3 Σχόλια

    • Δυστηχως... on 10 Οκτωβρίου 2014 at 23:30

    Είσαι θλιβερά σοκαριστικό να ανακαλύπτω πως οι αρχαίοι ημών πρόγονοι σοβαρά ήταν ολοκάθαρα αξιοθρύνητοι ελληνοκεντρικοί καραγκιόζηδες και επίσης ανεγκέφαλοι σιχαμεροί ρατσιστές. Καθιζήματα. Κανένας άλλος δεν σπατάλησε τόσο ντροπιαστηκά πολύτιμο χρόνο για να κατασκευάσει ένα μάτσο απο απόλυτα ασυνάρτητα σκουπίδια και ολοφάνερες μοχθηρές φαντασιώσεις. Αυτές οι νοητικά καθυστερημένες απόψεις είναι
    πραγματικά οτι πιο βρωμερό, απαίσιο, επικύνδηνο, κάκιστο, γεμάτο μίσος ή και φθόνο που έχει γραφεί μετά απο τους Τρείς Ιεράρχες που έγραφαν πως οι »Ελληνες είναι χειρότεροι και απο τα ζώα» ανταμοίβοντας πίσω πιο μεγάλη κακία. Και να σκεφτείς πως αυτά διάβαζε ο καημένος Χίτλερ. Μας έκαναν προπαγάνδα στο φροντιστήριο και στο σχολείο για το »ανθρωπιστικό» πνεύμα των αρχαίων. Παιδιά δεν υπήρχε ανθρωπιστικό πνεύμα. Οι Αρχαίοι Ελληνες ήταν ΜΑΛΑΚΕΣ απλά διανοούμενοι ΜΑΛΑΚΕΣ. Καλή διαμονή τους εύχομαι στην ανυπαρξία. Οι κακές ιδέες τους εξαφανίστηκαν και έμεναν οι καλές.

      • pap-net on 10 Οκτωβρίου 2014 at 23:39
        Author

      Φίλε Δυστηχως το nickname σου γράφεται: Δυστυχώς

      • Ισόνομος Πολίτης on 11 Οκτωβρίου 2014 at 14:54

      Θα πρέπει σίγουρα να είσαι κάποιος από τους αρκετούς Βαλκάνιος μισέλληνες που κυκλοφορούν εντός -εκτός της Χώρας…
      Θα με ρωτήσεις πως το κατάλαβα και θα σου απαντήσω:
      Από τα ανορθόγραφα και αξιοθρήνητα «ελληνικά σου»
      Ακόμη και το προσωνύμιο σου είναι ανορθόγραφα γραμμένο.
      Το «δυστηχώς δεν γράφεται έτσι, αλλά έτσι…….. ….δυστυχώς!
      Επίσης από μια «φάρα» κάποιων βαλκάνιων (αλλά σε ηπιότερη μορφή) άκουσα τέτοιες εκφράσεις και τέτοιους χαρακτηρισμούς για τους Έλληνες.
      Εσύ έχεις ξεπεράσει κάθε προηγούμεν!.
      Χαρακτηρίζεις «σκουπίδια» τους φωτοδότες του παγκόσμιου πολιτισμού:
      Τους αρχαίους Έλληνες
      Φαντάσου πόσο αρρωστημένος ανθέλληνας είσαι…
      «Το πας μη Έλλην βάρβαρος» κατά μία εκδοχή ειπώθηκε μάλλον από τον Μέγα Αλέξανδρο για να τονίσει το «απολίτιστο» και ιδιαίτερα «οπισθοδρομικό» επίπεδο ζωής των λαών που συναντούσε στο διάβα της μεγάλης του εκστρατείας.
      Αλλά υπάρχει και η άλλη «ρήση» που είναι εκείνη του μεγάλου Αθηναίου φιλόσοφου και διδασκάλου Ισοκράτη που έλεγε:
      «ελλην εστί, ο έχων την ελληνική παιδεία».
      Εδώ καταδεικνύεται η ανωτερότητα της ελληνικής παιδείας και των ανώτερων ιδανικών για τη ζωή και τον άνθρωπο…,,στην τότε κλασική Ελλάδα
      Αυτά αγαπητέ «Δυστηχως» που μας αράδιασες εδώ, ούτε στην πατρίδα σου δεν τα δέχονται (δεν γνωρίζω ποια από την Αλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία, Ρουμανία ή Τουρκία, είναι αυτή) Πάντως «τσάτρα – πάτρα» τα ψιλο – έμαθες τα «ελληνικά» και ας εμφυλλοχώρισε βαθιά μέσα σου το ανθελληνικό σαράκι…

Τα σχόλια έχουν απενεργοποιηθεί.

Αρέσει σε %d bloggers: