Παρεμβάσεις στον τομέα των φαρμακευτικών και αρωματικών φυτών

Γράφει ο Δημήτρης Κουρέτας*

201401310700202101Τα ελληνικά είδη φαρμακευτικών και αρωματικών φυτών που έχουν καταγραφεί ξεπερνούν τα 6.500, από τα οποία τα 1.500 είναι ενδημικά. Ενώ η Γερμανία με έκταση τριπλάσια της Ελλάδας έχει 2.700 είδη και 6 ενδημικά και η Αγγλία με έκταση διπλάσια έχει 1.550 είδη και 16 ενδημικά. Δηλαδή η Ελλάδα παρουσιάζει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα στην καλλιέργεια φαρμακευτικών φυτών.
Οι εξαγωγές προϊόντων αρωματικών και φαρμακευτικών παρουσίασαν τα τελευταία χρόνια μια σημαντική αύξηση, φτάνοντας σε όγκο προϊόντος τους 2500 τόνους ( απο 900 τόνους πριν 5 χρόνια) και σε αξία τα 5 εκατομμύρια €. Ωστόσο την ίδια περίοδο οι εισαγωγές αντίστοιχων προϊόντων έφτασαν τους 5000 τόνους, ενώ η αξία τους ήταν περίπου 9 εκατομμύρια. Το παραπάνω αντικατοπτρίζει τη σημαντική προοπτική ανάπτυξης που έχει ο κλάδος με την αξιοποίηση αποκλειστικά και μόνο την εγχώρια αγορά, που ούτως ή άλλως είναι ευαισθητοποιημένη στην επιλογή και κατανάλωση Ελληνικών προϊόντων. Οι σημερινές τάσεις της αγοράς αφορούν κυρίως στην παραγωγή βιολογικών προϊόντων αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών. Καθώς το ενδιαφέρον των καταναλωτών στρέφεται ολοένα και περισσότερο στη ζήτηση όσων παράγονται βιολογικά με βάση τα πρωτόκολλα της αειφόρου ανάπτυξης, σε συνδυασμό με τις αυξημένες τιμές που αυτά απολαμβάνουν, δημιουργούν τις κατάλληλες επενδυτικές ευκαιρίες τις οποίες θα πρέπει να εκμεταλλευτεί η περιφερειακή οικονομία.
Το παραπάνω σε συνδυασμό με τη δυνατότητα παραγωγής υψηλής ποιότητας προϊόντος αποτελεί μια άκρως ελπιδοφόρα προοπτική για την ανάπτυξη του τομέα και την διεκδίκηση ενός σημαντικού μέρους της Ευρωπαϊκής κα της παγκόσμιας αγοράς. Για την πραγματοποίησή τους ωστόσο, απαιτείται αρχικά η παραγωγή πιστοποιημένου πολλαπλασιαστικού υλικού, ώστε να διατηρείται το προνόμιο της υψηλής ποιότητας, το οποίο θα αποτελέσει και το ισχυρό ανταγωνιστικό προνόμιο των Ελληνικών αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών.
Τα βασικότερα προβλήματα που πρόκειται να αντιμετωπίσουν οι βασικοί κλάδοι και οι εξεταζόμενοι υποκλάδοι της περιφερειακής αυτής οικονομίας τα επόμενα χρόνια αφορούν:
• Την έλλειψη επαρκούς πιστοποιημένων πολλαπλασιαστικού υλικού ή την είσοδο στην ελληνική αγορά πολλαπλασιαστικού υλικού από μη Ελληνικά είδη ή ποικιλίες.
• Την ανεπαρκή ενημέρωση των παραγωγών με άμεσο αντίκτυπο στη μείωση της ποιότητας του παραγόμενου προϊόντος, στην αύξηση του κόστους παραγωγής και κατά συνέπεια στον περιορισμό της ανταγωνιστικότητάς του.
• Την διασφάλιση μεγάλου όγκου παραγωγής ώστε να καταστεί δυνατή η πρόσβαση και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στις Ευρωπαϊκές και διεθνείς αγορές, δεδομένης της αδυναμίας εκμηχάνισης και τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής πολλών αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών.
• Την έλλειψη σύνδεσης της πρωτογενούς παραγωγής και της βιομηχανίας μεταποίησης και τυποποίησης του προϊόντος δηλαδή συσκευαστηρίων, μονάδων απόσταξης και παραγωγής αιθέριων ελαίων κλπ, ώστε να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο δίκτυο.
• Την αύξηση της προστιθέμενης αξίας του παραγόμενου προϊόντος και την διατήρηση του υπερκέρδους σε τοπικό επίπεδο, κάτι που σήμερα δεν είναι δυνατό αφού οι κυριότερες μονάδες μεταποίησης και τυποποίησης των προϊόντων είναι συγκεντρωμένες στην Αθήνα, στην Κρήτη και στη Μακεδονία.
• Το χαμηλό κόστος παραγωγής των αντίστοιχων προϊόντων που παράγονται σε χώρες όπως η Αίγυπτος, η Τυνησία, η Αλβανία, η Βουλγαρία, η Τουρκία και το Μαρόκο, κυρίως λόγω των χαμηλών εργατικών.
• Την καταχώρηση νέων προϊόντων ως Προϊόντα Ονομασίας Προέλευσης (Π.Ο.Π) και Προϊόντα Γεωγραφικής Ένδειξης (Π.Γ.Ε).
• Την προώθηση της βιολογικής και ολοκληρωμένης καλλιέργειας αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών.
Τα κατάλληλα κίνητρα για επένδυση σε έρευνα και ανάπτυξη θα μπορούσαν να είναι η χρηματοδότηση στοχευμένων προγραμμάτων από τις Περιφέρειες της χώρας απο τα νέα ΕΣΠΑ 2014-2020, με αξιοποίηση του επιστημονικού προσωπικού και των εγκαταστάσεων που διαθέτουν τα σχετικά με το αντικείμενο τμήματα των ΑΕΙ και ΤΕΙ , καθώς και η συνεργασία με τοπικούς παραγωγούς και μονάδων μεταποίησης της περιοχής, οι οποίες θα αποτελέσουν πυρήνες διάδοσης της νέας γνώσης.
Τα σχέδια αυτά έχουν κατατεθεί στην ΕΕ εδώ και μήνες από κάθε περιφέρεια της χώρας. Νομίζω οτι έχουν χρέος οι περιφέρειες να ενημερώσουν τους πολίτες για το πως θα υλοποιήσουν τον σχεδιασμό σε αυτό τον σημαντικό τομέα της αγροτικής ανάπτυξης για την Ελλάδα, κάτι για το οποίο έχουν δεσμευτεί στην ΕΕ. Αμεσα.

*Δημήτρης Κουρέτας
Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
Πρόεδρος του Συμβουλίου Καινοτομίας της Περιφέρειας Θεσσαλίας


Αρέσει σε %d bloggers: