Τάσος Κορωνάκης: Τον θάψαμε και τον πενθήσαμε το νεκρό μας. Ας σηκωθούμε ξανά…

Η οργή δεν φτάνει. Ας ξεκινήσουμε από κάπου…

Του Τάσου Κορωνάκη

161009-wes-573x418Η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη και το ξέρουμε. Η ήττα βαραίνει σε όλους και όλες μας, στέλνει κόσμο σπίτι του, αποδυναμώνει κινήματα και δυσκολεύει το διάλογο μέσα στην Αριστερά. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα η δημόσια συζήτηση πολλές φορές σε τρελαίνει, σε βγάζει απ’ τα ρούχα σου και είναι λογικό…

Από πότε αριστερό είναι ό,τι μας κρατάει στην κυβέρνηση;

Έχουμε μια κυβέρνηση που έχει δεχτεί να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα που δεν βγαίνει και το ξέρει, που

έχει δεχτεί να παίρνει συνεχώς μέτρα κόντρα σε όποια συμμαχία έχτισε τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και κόντρα σε ό,τι θα μπορούσε να φέρει πιο κοντά την έξοδο από την κρίση προς όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας.

Μια κυβέρνηση που τελικά υιοθετεί το «εθνικό σχέδιο» Σαμαρά-Βενιζέλου (μέτρα, έξοδος στις αγορές, ανάπτυξη), ενώ ξέρει ότι τέτοιο σχέδιο είναι μάλλον απίθανο να υλοποιηθεί με βάση και το διεθνές τοπίο – κι ότι ακόμα κι αν έβγαινε, δεν θα είχε και πολλά να προσφέρει στην υπόθεση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Όλα αυτά, με μοναδικό στόχο η ίδια η κυβέρνηση να παραμείνει στην εξουσία, γιατί αν δεν παραμείνει θα πρέπει να φύγει και τότε …θα έρθει ο Κούλης. Το μόνο σίγουρο όμως είναι πως, με τον ΣΥΡΙΖΑ να υλοποιεί το μνημόνιο, η δεξιά πολιτική και οι μονόδρομοι εγκαθίστανται μόνιμα, «σπάνε ταμπού και ιδεολογικές αγκυλώσεις δεκαετιών» που λέει κι ο Παπαχελάς[1], και ο Κούλης ή ο όποιος Κούλης όχι μόνο θα έρθει, αλλά η σημερινή κυβέρνηση θα του έχει ανοίξει και το δρόμο.

Με βάση λοιπόν την ύψιστη αρχή της πάση θυσία παραμονής στην κυβέρνηση και την εξελισσόμενη μετάλλαξη, έχουμε ακούσει επιχειρήματα αδιανόητα για την Αριστερά. Από το ότι «αριστερό είναι ό,τι φέρνει ανάπτυξη», μέχρι το ότι «η Αριστερά είναι για τα δύσκολα» και ότι όποιος αρνείται να αποδεχτεί πως η παραμονή στην κυβέρνηση είναι σημαντικότερη (και ανεξάρτητη!) από την εφαρμοζόμενη πολιτική, είναι ρίψασπις, φυγόμαχος, εαυτούλης και «επιλέγει το σχολιασμό από την πρώτη γραμμή της μάχης»…

Η Αριστερά είναι πράγματι για τα δύσκολα. Από πού προκύπτει, όμως, ότι τα δύσκολα και η πρώτη γραμμή της μάχης ήταν και είναι η παραμονή με κάθε τρόπο στην κυβέρνηση;

Δύσκολο είναι να υπερασπίζεσαι αρχές και αξίες, να βρίσκεσαι δίπλα στον κόσμο και να συμβάλεις από το πιο μικρό, μέχρι το πιο μεγάλο για να ζήσει καλύτερα. Δύσκολο είναι να δίνεις προοπτική και να ριζοσπαστικοποιείς τον κόσμο αλλάζοντας συνειδήσεις μέσα από το συνολικά διαφορετικό σου παράδειγμα – όχι ωθώντας τον να πιστεύει πως είναι όλοι ίδιοι. Δύσκολο είναι να σπας τα αδιέξοδα μεταβάλλοντας τους συσχετισμούς και όχι, αποδεχόμενος το δυσμενή συσχετισμό, να επιβεβαιώνεις το αδιέξοδο.

Κι αν και δεν αμφιβάλλω πως έχει μια δυσκολία να κάνεις πράγματα κόντρα σε όσα έλεγες, να καις όλα τα σύμβολα αγώνα που υπερασπίστηκες, να ξεπουλάς δημόσια περιουσία ως ήττα στην πορεία προς τον σοσιαλισμό που θα αναιρέσεις σε καμιά εκατοσταριά χρόνια και να κόβεις συντάξεις ακυρώνοντας τις όποιες προσδοκίες, αυτή η δυσκολία καθόλου δεν μου φαίνεται πως έχει σχέση με την Αριστερά.

Για να κοπεί η πλάκα, ποτέ δεν ήταν δύσκολο να συμβιβάζεσαι, να παραδίνεσαι, να συνθηκολογείς. Δύσκολο είναι να δίνεις τη μάχη μ’ όλη σου την δύναμη, να παραδέχεσαι και να διδάσκεσαι από τις ήττες σου. Δύσκολο είναι να λες την αλήθεια, να ξανασηκώνεσαι και να συνεχίζεις με βάση τις αξίες σου.

Ό,τι σε κρατάει στην κυβέρνηση σε κάνει να ξεχνάς τι σε έφερε σ’ αυτήν…

Ακόμα όμως και πέρα από το συμβιβασμό και την ασφυκτική επιτήρηση στην οικονομία, η κυβέρνηση αυτή στη μεγάλη εικόνα δεν έχει να παρουσιάσει σε κανένα πεδίο παρεμβάσεις ή μοντέλα διοίκησης που να αλλάζουν πραγματικά το παράδειγμα: να ανοίγουν χώρους δημοκρατίας, να αξιοποιούν δυνατότητες και να δείχνουν ένα διαφορετικό μέλλον. Τα όποια θετικά μέτρα, όπως η πρόσβαση των ανασφάλιστων στην υγεία, δεν αλλάζουν τη συνολική εικόνα, ενώ τα μέτρα στήριξης του κόσμου της ακραίας φτώχειας όλο και περισσότερο μοιάζουν με φιλανθρωπικό έργο, όπως αυτό που κάνει παντού το ΔΝΤ, στο βαθμό που χάνουν τα στοιχεία της αλληλεγγύης, της διαφορετικής οργάνωσης, της επανένταξης – της χάραξης ενός νέου δρόμου για τον κόσμο που οδήγησαν στο περιθώριο οι μνημονιακές πολιτικές.

Όπου δε η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα (της επιτρέπουν δηλαδή) να κάνει αυτονόητες αστικοδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, βλέπε ρύθμιση τηλεοπτικού τοπίου, το κάνει δανειζόμενη τον «σίγουρο» αποτυχημένο τρόπο των προηγούμενων, που δημιουργεί από αμφιβολίες μέχρι πολύ σοβαρά ερωτηματικά: κινείται πάντα βιαστικά, φοβικά και άτσαλα, στήνοντας τις κινήσεις της στο παρασκήνιο, με μόνο στόχο τη διαμόρφωση όρων παραμονής στην εξουσία. Στην περίπτωση των καναλιών, για παράδειγμα, το ορθό αίτημα διευθέτησης του τηλεοπτικού τοπίου υλοποιήθηκε με βάση την «αδιαμφισβήτητη» αρχή «σημασία είχε μόνο το πορτοφόλι των ιδιοκτητών…», με τα γνωστά αποτελέσματα. Στην περίπτωση, πάλι, των Θρησκευτικών, «η παρεξήγηση λύθηκε» μόλις η Εκκλησία σήκωσε τους τόνους, με τη συμβολή και του συγκυβερνώντα υπουργού Άμυνας…

Ενώ τα παραπάνω είναι προφανή, βουλευτές και υπουργοί έχουν βαλθεί ντάλα μεσημέρι να μας πείσουν πως έξω είναι βράδυ. Από τη στιγμή που αποφάσισαν να μεταλλαχτούν από δύναμη ανατροπής του μνημονίου και άρσης των αδιεξόδων, σε δύναμη υλοποίησης του μνημονίου, όταν δεν παρασύρονται από τη φόρα τους σε ανεκδιήγητες δεξιές δηλώσεις, προσπαθούν με πάθος να μας πείσουν ότι τίποτα από αυτά που ζούμε δεν ισχύει. Έτσι, δεν σταματούν να μιλάνε για ταξικό πρόσημο και αναδιανομή, χωρίς βεβαίως κανένα αντίκρισμα. Να λένε πως οι συντάξεις δεν μειώθηκαν, πως μπήκαν αυστηρά ποιοτικά κριτήρια στο διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες, ακόμα και πως έχει ήδη υλοποιηθεί το μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος της Θεσσαλονίκης. Όπως μάλιστα είπε πρόσφατα άλλος υπουργός, με το τρίτο μνημόνιο ήθελαν να εξουδετερώσουν ό,τι κακό υπήρχε στα προηγούμενα (λίγο έλεος δηλαδή κάπου…).

Κάπως έτσι, κυβέρνηση και κόμμα παίρνουν οριστικό διαζύγιο με την αλήθεια: χάνουν και τα τελευταία στοιχεία αξιοπιστίας τους, απογοητεύουν όσο κόσμο πίστεψε σε κάτι διαφορετικό, και χωρίς να θυμίζουν καν Αριστερά, μένουν να ξιφουλκούν μετέωροι μεταξύ προπαγάνδας και μνημονιακών υποχρεώσεων στα τηλεοπτικά παράθυρα. Τι να σου κάνει και η ΕΡΤ, που θυμίζει τις χειρότερες μέρες κυβερνητικής δημοσιογραφίας; Τι να σου κάνουν οι κορώνες κατά της διαπλοκής και πόσους να πείσεις μόνο με το επιχείρημα πως οι άλλοι ήταν χειρότεροι; Δεν μπορεί να σου κάνει η δημοσιογράφος ερώτηση σαν εργαζόμενη που θα χάσει την δουλειά της κι εσύ να βλέπεις μόνο τον καναλάρχη – τον οποίο, εξάλλου, συναντάς μυστικά μόλις κλείσουν οι κάμερες…

Όλα αυτά είναι στοιχεία μιας αδιαμφισβήτητής μετάλλαξης και η οργή και ο θυμός που γεννάνε δικαίως, σίγουρο είναι πως δεν φτάνουν για να αλλάξουν τη σημερινή δραματική κατάσταση.

Είναι η κυβέρνηση, αλλά είναι και οι άλλοι…

Ταυτόχρονα, έχεις μια αξιωματική αντιπολίτευση που δεν έχει καταλάβει ακόμα γιατί έχασε τις εκλογές. Βλέπει τον ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόζει το πρόγραμμα που θα ήθελε να εφαρμόζει η ίδια και ζητάει απλά να παραιτηθεί για να πάρει τη θέση του, εκφράζοντας απλά τους πόθους της, και πιστεύοντας πως το φρούτο ωρίμασε, άρα η φθορά του ενάμιση χρόνου αρκεί για να πέσει. Παρά το σπρώξιμο των κυρίαρχων ΜΜΕ, ωστόσο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τίποτα το καινούργιο δεν κομίζει – και αυτό φαίνεται από την αδυναμία του  μέχρι σήμερα να καρπωθεί τη μεγάλη δημοσκοπική πτώση, αν και όχι κατάρρευση, του ΣΥΡΙΖΑ. Στο εσωκομματικό τοπίο της ΝΔ, ο ίδιος προσπαθεί διαρκώς να ισορροπήσει ανάμεσα στις ακροδεξιές μεταγραφές από το ΛΑΟΣ, την παραδοσιακή λαϊκή δεξιά τάση και τους καθαρόαιμους ευρωπαϊστές νεοφιλελεύθερους, καταλήγοντας σε ένα τουρλού ιδιότυπου θατσερικού λαϊκισμού με ακροδεξιά εσάνς, που φυσικά δεν συγκροτεί πολιτικό αφήγημα στοιχειώδους σοβαρότητας. Έτσι, αρκείται να υψώνει πού και πού τους τόνους, ανάλογα και με τα συμφέροντα που εκπροσωπεί, και αναμένει να γίνει Πρωθυπουργός.

Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα…

Την εικόνα συμπληρώνουν απαξιωμένα ιδιωτικά κανάλια και εφημερίδες, πλήρως εξαρτημένα από τα συμφέροντα και τις επιλογές των ιδιοκτητών τους, που κυρίως σιγοντάρουν τους πρωταγωνιστές του κοινωνικού ναυαγίου της προηγούμενης περιόδου, και κάποιοι λίγοι υπερασπίζονται την νέα κατάσταση, συνήθως με τον ίδιο αναξιόπιστο τρόπο. Ουρλιάζουν, παραπληροφορούν, υπερτονίζουν, προπαγανδίζουν, κόβουν και ράβουν εξοργιστικά ρεπορτάζ, μη έχοντας καταλάβει ούτε αυτοί γιατί το ΟΧΙ πήρε πάνω από 60% στο δημοψήφισμα.

Καθημερινά λοιπόν στην δημόσια σφαίρα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εξελίσσεται ένας επικοινωνιακός ορυμαγδός και μια σύγκρουση άνευ αρχών – και σ’ αυτό το τοπίο πολλές φορές γίνεται εντελώς δυσδιάκριτο τι πραγματικά έχει συμβεί. Από τη μια φανατικοί υποστηρικτές της κυβέρνησης, θυμίζοντας περισσότερο πρασινοφρουρούς που ομνύουν στον ηγέτη του αιώνα, περιγράφουν την μάχη των αδιάφθορων κατά της διαπλοκής και τις πρωτοφανείς θετικές δράσεις της κυβέρνησης προς μια όαση σοσιαλισμού όπου όλα πάνε καλά και όλα δικαιολογούνται. Και από την άλλη καρακάφροι μεγαλοδημοσιογράφοι, τρόλ και αδιανόητοι δεξιοακροδεξιοί πολιτικοί που μιλάνε σαν λευκοί ιππότες που τους πνίγει το δίκιο, λες και μόλις έπεσαν στον πλανήτη, συμπληρώνουν το παζλ που παρακολουθούν χιλιάδες απογοητευμένοι και απεγνωσμένοι άνθρωποι.

Βγαίνεις για καφέ και δεν ακούς πια λέξη για πολιτική, πέρα από το ότι όλοι ζορίζονται να την βγάλουν, πιο συχνά βρίσκονται σπίτι, και δανείζει ο ένας τον άλλο για να πιούν κανένα ποτό. Και όταν βρεθούν, όλοι μιλάνε για τη μπάλα και τα κουτσομπολιά της showbiz, πού και πού και για τα ζόρια τους, πλήρως απογοητευμένοι. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Το αδιέξοδο μπροστά σου χάσκει τεράστιο και σε καταπίνει…

Χωρίς μαζική, μαχητική Αριστερά τίποτα δεν θα αλλάξει

Λείπει η Αριστερά, στα σοβαρά όμως… Να δείξει ότι κατάλαβε τι συνέβη, να ταρακουνήσει το σκηνικό, να θέσει την ατζέντα στη δημόσια συζήτηση, να σπάσει τους μονόδρομους. Έχουμε αφήσει να μαλώνουν σαν παιδάκια αυτοί που θέλουν ντε και καλά να κυβερνούν, ανεξαρτήτως τι θα εφαρμόζουν, και εμείς τους κοιτάμε, βρίζουμε, τσαντιζόμαστε …βριζόμαστε μεταξύ μας και συνεχίζουμε τις διασπάσεις μας, κρατώντας τις αλήθειες μας ανέπαφες. Αλήθειες που όμως αφορούν όλο και λιγότερους. Και όλο και λιγότεροι βρισκόμαστε στο δρόμο.

Οφείλουμε να βάλουμε ένα τέλος στη θλίψη και την απογοήτευση, στην οργή που θυμίζει απατημένους και μας στέλνει με φόρα σπίτι μας. Τον θάψαμε και τον πενθήσαμε το νεκρό μας, όπως μου είπε πρόσφατα μια φίλη, ψυχολόγος. Ας σηκωθούμε ξανά και ας παλέψουμε για τη ζωή τη δικιά μας, των ανθρώπων μας, των ανθρώπων που ζουν όλα τα ζόρια του κόσμου, με το μόνο τρόπο που ξέρουμε: Μαζικά, μαχητικά, χωρίς να διαπραγματευόμαστε το δίκιο μας – αλλά και ενωτικά, εκεί που μπορούμε. Η αυτοκριτική μας να μας βοηθήσει όχι να κλειστούμε σπίτια μας, αλλά να ξαναβγούμε στο δρόμο, να εφεύρουμε νέα εργαλεία και να παλέψουμε, αποφεύγοντας τουλάχιστον τα παλιά μας λάθη.

Τα προηγούμενα χρόνια κερδίσαμε πολλά παραπάνω από την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, για να τα παρατηρούμε απλά να χάνονται καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για την συμμαχία με τον όμορο χώρο της Σοσιαλδημοκρατίας… (Αυτή τη φράση είχα να την ακούσω από το Δημήτρη Χατζησωκράτη πριν την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ, μέχρι που την ξαναείδα σε τουιτ υπουργού).

Να βάλουμε ένα τέλος σε κάθε τύπου κυβερνητισμό, σε κάθε τύπου αυτοσκοπό

Κυρίως όσοι κι όσες περάσαμε από τον ΣΥΡΙΖΑ, ας ακούμε τους υπόλοιπους λίγο παραπάνω. Χρειάζεται να απεξαρτηθούμε από το σχέδιο «κυβέρνηση» ακόμα και αν λέγαμε και εννοούσαμε «κυβέρνηση της Αριστεράς».  Ο κυβερνητισμός μας μόλυνε, όπως και η προσήλωση στον κοινοβουλευτισμό, ειδικά από το ‘12 και μετά. Τα βλέπουμε όλα ως αιτήματα προς υλοποίηση όταν γίνουμε κυβέρνηση, τα μετράμε με δημοσκοπήσεις και έδρες. Βλέπουμε παντού αδιέξοδα γιατί δεν μας βγαίνουν τα κουκιά. Πρέπει να σταματήσουμε την προσήλωση στο τι θα κάνουμε όταν θα γίνουμε… ακόμα κι αν αυτό περιγράφει τον πιο ριζοσπαστικό στόχο –την έξοδο από την ΕΕ ή την κατάληψη των μέσων παραγωγής– και να πούμε τι θα κάνουμε σήμερα. Χρειαζόμαστε μια νέα στρατηγική που θα πατάει στα κοινωνικά προβλήματα, θα βασίζεται στη συμμετοχή του κόσμου και θα μας λέει τι να κάνουμε από τώρα στους χώρους μας, αλλάζοντας τους συσχετισμούς. Αλλιώς, οι όποιοι στόχοι θα μείνουν νεκρές διακηρύξεις.

Το μάθημα από το χτες συμπυκνώνεται ως εξής: Αν κινηθούμε με βάση το στόχο να γίνουμε κυβέρνηση ως αυτοσκοπό, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα γίνουμε, κι αν γίνουμε, θα είμαστε άλλη μια από τα ίδια. Από την άλλη, αν πούμε πως το σημαντικό δεν είναι να γίνουμε κυβέρνηση, αλλά να χτίσουμε μια δυνατή Αριστερά που θα ζει και θα αναπνέει στην κοινωνία, μόνο καλό θα βγει – άσε που αν πράγματι το κάνουμε, μπορεί και να γίνουμε κυβέρνηση. Όχι όμως αντιμετωπίζοντας την ως αυτοσκοπό, αλλά ως ένα ακόμα ιδιαίτερο σημείο μέσα σε ένα σχέδιο που θα πρωταγωνιστούν η αυτοοργάνωση, η δημοκρατία, ο συλλογικός σχεδιασμός και ο κοινωνικός έλεγχος. Ένα σχέδιο που δεν θα συγκροτείται εγκεφαλικά σε κλειστά γραφεία, και δεν θα διαμεσολαβείται κατά βάση από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, αλλά θα απλώνεται στην κοινωνία και θα γίνεται κάθε μέρα πράξη στη δράση και τις σχέσεις των ανθρώπων.

Δεν χρειαζόμαστε άλλους στόχους-αυτοσκοπούς που όλα θα προσαρμόζονται σε αυτούς, γιατί έτσι χάνουμε την ψυχή μας, μεταλλασσόμαστε, κάνοντας την τακτική στρατηγική, υπονομεύοντας τελικά τον εαυτό μας, αλλά και τον όποιο στόχο την επόμενη μέρα. Γιατί όταν εμείς οι ίδιοι κοιτάμε το στόχο και ξεχνάμε την κοινωνική κίνηση, όταν η εσωτερική μας λειτουργία αλλά και η δράση μας στην κοινωνία δεν απεικονίζει το μέλλον για το οποίο παλεύουμε, αλλά υποτάσσεται στο στόχο, όταν τελικά τα μέσα δεν είναι σύστοιχα του σκοπού, υπονομεύεται και ο ίδιος ο σκοπός. Αν η δράση, δε, επικεντρώνεται στη μάχη εντός των αντιπροσωπευτικών θεσμών, όπως συμβαίνει όταν ο στόχος είναι η κυβέρνηση για ό,τι κι αν θέλουμε να κάνουμε, τότε τα μέσα μας δανείζονται από τα μέσα του κράτους, γινόμαστε και εμείς μέρος του. Και από εκεί και πέρα είναι μονόδρομος να εγκλωβιστούμε στην καλύτερη περίπτωση σε μια σοσιαλδημοκρατική διαχείριση. Αυτή τη συνταγή την πληρώσαμε ακριβά.

Για να θυμηθούμε τον Πουλαντζά, αν η μία θεμελιώδης αρχή του δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό αφορά στη ρήξη με τους μηχανισμούς του κράτους, η άλλη «συνίσταται στην ταυτόχρονη στήριξη στα κοινωνικά κινήματα της βάσης, στην προώθηση φυτωρίων άμεσης δημοκρατίας, με άλλα λόγια, στη στήριξη στους λαϊκούς αγώνες, που πάντα υπερβαίνουν το κράτος. Αν περιοριστούμε στο πεδίο του κράτους, ακόμα και υιοθετώντας τη λεγόμενη στρατηγική ρήξης, θα γλιστρήσουμε χωρίς να το καταλάβουμε στη σοσιαλδημοκρατία: εξαιτίας του ίδιου του βάρους της υλικής υπόστασης του κράτους, η αλλαγή του εσωτερικού στο κράτος συσχετισμού δυνάμεων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά με τη στήριξη στους αγώνες και τα κινήματα που υπερβαίνουν το κράτος».

Να δούμε τον πραγματικό κίνδυνο: τα τέρατα

Ο κίνδυνος, όμως, σήμερα δεν έχει σε τίποτα να κάνει με το αν γενικά θα γίνουμε ή όχι κυβέρνηση, αλλά με το πώς και ποια δύναμη θα εκπροσωπήσει στο δημόσιο χώρο την απόγνωση των από κάτω μεταβάλλοντάς την ξανά σε ελπίδα, σε σχέδιο αλλαγής, σε συμμετοχή. Ή, για να το πω καλύτερα, για το αν οι από κάτω θα αναλάβουν οι ίδιοι να αλλάξουν το μέλλον τους ή θα επιλέξουν τη σιωπή και το λευκό, την αντιπολιτική ή τον επόμενο σωτήρα.

Τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη και τον κόσμο, ενώ ο ζόφος απλώνεται, το «αμερικάνικο όνειρο» καταρρέει μαζί με όποια ελπίδα για βελτίωση των συνθηκών της ζωής της μεγάλης πλειοψηφίας του κόσμου, όπως σημειώνει σε ένα πολύ εύστοχο άρθρο ο Martin Jacques[2]. Για να θυμηθούμε τον Γκράμσι, όλο και περισσότερα βελανίδια μοιάζουν να καταλαβαίνουν πια ότι το μέλλον τους κατά 99,9% δεν είναι να γίνουν βελανιδιές, αλλά να θρέψουν μερικά ακόμα γουρούνια, συμβάλλοντας, το πολύ πολύ, στην παραγωγή σαλαμιών και μορταδέλας.

Σε αυτή τη συνθήκη θα εξελιχθεί ένας πραγματικός ανταγωνισμός για το ποια θα είναι η νέα απάντηση στον παλιό κόσμο που καταρρέει. Κι εδώ ο κίνδυνος είναι πολύ πιο μεγάλος από ό,τι βλέπουμε ίσως. Γιατί σε τέτοιες μεταβατικές καταστάσεις, που το παλιό πεθαίνει αλλά το νέο δεν έχει ακόμα γεννηθεί …υπάρχουν και τα τέρατα.

Η σημερινή απογοήτευση από την ενσωμάτωση, και τελικά η συκοφάντηση της Αριστεράς, ωθούν στην παραίτηση και την αντιπολιτική: αυτό είναι το πιο μεγάλο πλήγμα από την υπόθεση του ΣΥΡΙΖΑ. Όπου όμως η απάντηση στα εκρηκτικά προβλήματα δεν έρχεται από τα αριστερά, έρχεται από αλλού. Στην Αυστρία, στη Γαλλία, στη Γερμανία και σε τόσες και τόσες χώρες, οι ακροδεξιοί όχι μόνο παίρνουν κεφάλι, αλλά έρχονται ως το νέο σε σύγκρουση με το παλιό – ως η απάντηση των χωρίς ελπίδα, των καταπιεζόμενων και απογοητευμένων από τους «ψεύτες» πολιτικούς.

Ας κρατήσουμε λοιπόν τις αλήθειες μας – αλλά ας αρχίσουμε να απαντάμε και στα πραγματικά ερωτήματα που έχουμε μπροστά μας. Να μην βάλουμε ξανά το κάρο μπροστά από το άλογο. Να δούμε τις πραγματικές μάχες που έρχονται και να πάρουμε τη θέση που μας αντιστοιχεί.

Με κανέναν κλόουν[3]. Με την Αριστερά να κάνουμε ένα βήμα μπροστά

Σήμερα δεν έχουμε πια αυταπάτες: δεν έχουμε ελπίδες στην «κυβερνώσα Αριστερά», ούτε μας ξαφνιάζει πια το μέγεθος της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ, όσο κι αν εντυπωσιαζόμαστε από την αλλαγή που προκαλεί η εξουσία τελικά στους ανθρώπους. Σήμερα χρειαζόμαστε πρωτίστως ένα σχέδιο απάντησης στο αδιανόητο που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας: ένα πραγματικό σχέδιο κοινωνικής πόλωσης και σύγκρουσης, που θα αλλάζει ριζικά την ατζέντα, θέτοντας τα πραγματικά κοινωνικά ζητήματα σε ρήξη με τον οικονομισμό, τους δείκτες ανάπτυξης και ευημερίας, τους μονόδρομους του νεοφιλελευθερισμού. Ένα σχέδιο που θα οργανώνει την κοινωνία αλλιώς. Κι αυτό θα ανασυγκροτεί την Αριστερά μέσα στη μάχη, όχι εγκεφαλικά, αναγκάζοντας όλους να πάρουν θέση.

Χρειαζόμαστε επειγόντως έναν κοινό αριστερό ανοιχτό τόπο συνάντησης, συζήτησης και δράσης για να οργανώσει ένα τέτοιο σχέδιο και να το θέσει σε λειτουργία. Να βάλουμε το στόχο ψηλά με βάση τις αξίες μας, αλλά και την ένταση της επίθεσης – όχι τις έδρες στην Βουλή. Να χτίσουμε γέφυρες μέσα στην κοινωνία και να ορίσουμε τις διαχωριστικές γραμμές με βάση τα πραγματικά κοινωνικά ζητήματα. Ας δώσουμε ξανά τον χώρο και τον λόγο στον κόσμο της Αριστεράς. Αυτό μόνο.

Θα έπρεπε ήδη να έχουμε ανοίξει ένα μεγάλο διάλογο για τις εναλλακτικές και ένα ανοιχτό, κοινό πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο υπεράσπισης των δικαιωμάτων μας και της δημοκρατίας, ενάντια στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Μπορεί να θέλαμε παραπάνω χρόνο, αλλά στην πραγματικότητα ποτέ δεν ορίζαμε εμείς τον χρόνο. Παραμένει λοιπόν ως αιτούμενο μια τέτοια διαδικασία, ίσως όμως να διευκολυνθεί αν ξεκινήσουμε από κάπου. Ήδη οι δράσεις μας στο προσφυγικό, και ειδικά το παράδειγμα του City Plaza, αλλά και οι κοινές μάχες σε άλλα μέτωπα, έχουν ανοίξει ένα τέτοιο δρόμο προτείνοντας μια νέα αντίληψη και χτίζοντας ταυτόχρονα μια νέα σχέση μεταξύ μας και ένα νέο υπόδειγμα δράσης. Όπως σε όλα τα παραδείγματα, ο στόχος δεν είναι να μείνουν παραδείγματα αλλά να πολλαπλασιαστούν ως δείγματα αντίστασης και υλοποίησης από σήμερα της ανταγωνιστικής μας πρότασης που μπορεί και πρέπει να επεκταθεί σε κάθε μικρό και μεγάλο αγώνα.

Η μάχη για τα εργασιακά είναι μπροστά

Έχουμε μπροστά μας τη μάχη για το μισθό και τις συλλογικές συμβάσεις, για να σταματήσουμε το ενδεχόμενο της περαιτέρω απελευθέρωσης των ομαδικών απολύσεων και για το ίδιο το δικαίωμα στην απεργία. Δεν μας μένει άλλος χρόνος.

Η ΝΔ είναι με το Δ.Ν.Τ. και την ευρωπαϊκή δεξιά, χριστιανοδημοκράτες και φιλελεύθερους εμπνευστές της πλήρους απορρύθμισης της αγοράς εργασίας. Ο Τσίπρας είναι με το «ευρωπαϊκό κεκτημένο». Ο Ολάντ, ο Ρέντσι, ο Γκάμπριελ που συγκυβερνά με την Μέρκελ και οι υπόλοιποι κομπάρσοι της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας είναι αυτοί που στις χώρες τους ήδη εφάρμοσαν αδιανόητους νόμους για την εργασία αλλάζοντας το όποιο κεκτημένο. Αυτοί είναι οι σύμμαχοι της κυβέρνησης στα εργασιακά – κι όποιος κατάλαβε ποιο είναι το ευρωπαϊκό κεκτημένο, κατάλαβε.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι τι θα κάνουν αυτοί, αλλά αν η Αριστερά θα οργανωθεί και θα πιστέψει ότι μπορεί να σταματήσει την νέα φρίκη στο εργασιακό τοπίο. Στο προσφυγικό παλέψαμε να χτίσουμε κάτι διαφορετικό: το ερώτημα τώρα είναι αν θα κάνουμε το επόμενο καθοριστικό βήμα. Αν η Αριστερά θα καταφέρει να υπερβεί το σοκ, να ανοιχτεί, να χτίσει ένα πραγματικό μέτωπο μάχης μαζί με τους εργαζόμενους και τους ανέργους και μαζί με τους εργαζόμενους όλης της Ευρώπης. Ή αν θα συναντιόμαστε απλά μεταξύ μας στα Προπύλαια.

Για να κερδίσουμε τον πόλεμο, πρέπει να μπούμε στην μάχη

Είναι δεδομένο πως βρισκόμαστε σε συνθήκες σκληρής νεοφιλελεύθερης επιτροπείας, συνέχειας της εφαρμογής ενός σχεδίου εξόντωσης της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας και ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας. Για πολλούς από εμάς πια, είναι δεδομένο πως δεν μπορεί παρά να είμαστε σε πλήρη ρήξη με το αντιδημοκρατικό μόρφωμα της Ευρωζώνης και της ΕΕ, την ίδια ώρα που πρέπει να χτίζουμε συμμαχίες με τους καταπιεζόμενους σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα – και όχι μόνο. Δεν έχουμε πια καμία αμφιβολία πως η Ευρωζώνη και η ΕΕ έχουν συγκροτηθεί με τρόπο που να ικανοποιούν συγκεκριμένα συμφέροντα και δεν μπορούν να επηρεαστούν από την βούληση ενός λαού. Το όποιο σχέδιο δε αλλαγής τους, μέσα από μια συμμαχία της Αριστεράς με την Σοσιαλδημοκρατία σε κυβερνητικό επίπεδο, όχι μόνο δεν πατάει στην πραγματικότητα, αλλά εγκλωβίζει και ενσωματώνει την Αριστερά στον νεοφιλελεύθερο μονόδρομο.

Για να μπει σε λειτουργία όμως ένα πραγματικό σχέδιο ρήξης πρέπει να δημιουργήσουμε τους όρους μέσα στην κοινωνία ώστε ένα τέτοιο σχέδιο να είναι μαχητό. Και για να γίνει αυτό δεν φτάνει να λέμε σε κάθε θέμα πως το ζήτημα είναι το ευρώ, η ΕΕ και όσοι αποδέχονται να συμπλεύσουν με τον νεοφιλελευθερισμό. Αντίθετα, πρέπει να δίνουμε κάθε μάχη χωριστά οξύνοντας την σημερινή κρίση ηγεμονίας των από πάνω και χτίζοντας το κοινωνικό μέτωπο των από κάτω. Μόνο μέσα από την κάθε μάχη μπορούμε και πρέπει να χτίζουμε συμμαχίες, αλλά και παραδείγματα αντίστασης και αλληλεγγύης, να ανορθώνουμε το ηθικό της κοινωνίας, να μοιραζόμαστε αξίες και να μπορέσουμε να συνολικοποιήσουμε τη σύγκρουση. Για να πλησιάσουμε ένα βήμα μπροστά, λοιπόν, πρέπει να σταματήσουμε να κάνουμε βήματα προς τα πίσω.

Ας ξεκινήσουμε από εδώ

Μπορούμε να χτίσουμε μια απλή, μαζική, ριζοσπαστική καμπάνια υπεράσπισης της εργασίας και του μαχητικού συνδικαλισμού που θα ενώνει, που θα απλωθεί στους χώρους δουλειάς, θα πάρει μαζί της τη νεολαία και θα βάλει φρένο στον κατήφορο; Μπορούμε να υψώσουμε ένα «ως εδώ», ένα «κάτω τα ξερά σας από τα δικαιώματα μας»;

Αυτό θα είναι πραγματικά αριστερό. Αυτό θα φέρει σε αμηχανία και τον Τσίπρα και τα κανάλια και τη Δεξιά. Αυτό θα είναι και ταξικό και ριζοσπαστικό. Πιο ταξικό και ριζοσπαστικό από ό,τι έχουμε κάνει τα τελευταία χρόνια. Εκεί θα κριθούμε και όχι στα πλαίσια που κατεβάζουμε στις συνδιασκέψεις μας.

Μπορούμε να συντονιστούμε με τους Γάλλους συντρόφους και όπου αλλού υπάρχουν αγώνες εργαζομένων στην γειτονιά μας, στην Ευρώπη και τον πλανήτη;

Αυτό θάναι και διεθνιστικό και θα δείχνει στο μέλλον. Αυτό θα αμφισβητεί αυτή την ΕΕ και θα χτίζει την σύγκρουση μαζί της, αλλά και με την Ακροδεξιά. Αυτό θα είναι μια πραγματικά ανταγωνιστική πολιτική.

Ας χτίσουμε συσπειρώσεις, στέκια αλληλεγγύης, απεργιακά ταμεία. Ας ξεκουνήσουμε σωματεία και εργατικά κέντρα, ας στήσουμε εκδηλώσεις και φεστιβάλ. Να δημιουργήσουμε ξανά, όλοι και όλες μαζί, κι αν τα καταφέρουμε στα εργασιακά, θάναι πολύ πιο πιθανό να χτίσουμε και κάτι πιο μεγάλο και σοβαρό στην Αριστερά.

Να αμφισβητήσουμε ξανά τους μονόδρομους και να πιστέψουμε κι εμείς οι ίδιοι στη μάχη, κρατώντας ο ένας το χέρι του αλλού. Όπως κάναμε στη Γένοβα, στην διαδήλωση του φόρουμ στην Θεσσαλονίκη και την Αθήνα και στα αντιπολεμικά, στο Δεκέμβρη και στην Υπατία, στις μεγάλες απεργίες και στις πλατείες της αγανάκτησης, στις δράσεις αλληλεγγύης και στις μάχες ενάντια στην φτώχεια, τον πόλεμο, την εκμετάλλευση και το ρατσισμό. Εκεί που οι διαχωριστικές γραμμές έμπαιναν από μόνες τους και δεν αναρωτιόταν κανείς μας ποιος είναι με μας και ποιος με τους άλλους.

Χιλιάδες κόσμος έχουμε δώσει αυτά τα χρόνια πραγματικές μάχες πλάι πλάι. Έχουμε χτυπηθεί με τα ΜΑΤ, έχουμε φάει τα δακρυγόνα της ζωής μας, έχουμε νιώσει τη χαρά στην νίκη του άρθρου 16 ή τη συγκίνηση ανάμεσα στον κόσμο στη συγκέντρωση του δημοψηφίσματος. Ας σταθούμε ξανά ο ένας δίπλα στον άλλο, εκεί που είναι η θέση μας και η θέλησή μας. Στην μεγάλη μάχη για τα εργασιακά, αλλά και στις μάχες ενάντια στους πλειστηριασμούς,  για την υπεράσπιση της δημόσιας περιουσίας, στις δομές αλληλεγγύης και σε κάθε μικρό και μεγάλο μέτωπο στις γειτονιές και τους χώρους δουλειάς και εκπαίδευσης, στους δρόμους, δίπλα στους δικούς μας ανθρώπους.

Ας ξεκινήσουμε εδώ και τώρα. Για να μην αποδεχτούμε απλά την ήττα.

Γιατί το δίκιο είναι ακόμα με το μέρος μας και το μέλλον δεν φαίνεται να περιμένει.

________________

Σημειώσεις

[1] Σπάνε ταμπού δεκαετιών, Αλέξης Παπαχελάς, Καθημερινή, 25.9.2016

[2] Martin Jacques, Ο θάνατος του νεοφιλελευθερισμού και η κρίση πολιτικής στη Δύση, pass-world, 6.9.2016 

[3] Παλιότερος τίτλος αφίσας της Νεολαίας ΣΥΝ ενάντια στον δικομματισμό

rednotebook.gr




Αρέσει σε %d bloggers: