Μάριο Ντράγκι: Τέλος στις συζητήσεις για την ένταξη της Ελλάδας στο QE μέχρι να λυθεί η βιωσιμότητα του χρέους.

Ο πρόεδρος της ΕΚΤ τόνισε ότι η Τράπεζα δεν μπορεί να προχωρήσει σε πλήρη έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, έως ότου υπάρξουν περισσότερες λεπτομέρειες για τα μέτρα ελάφρυνσής του. Η ΕΚΤ, επίσης, αποφάσισε να μειώσει τις μηνιαίες αγορές ομολόγων στα 30 δισ. ευρώ μηνιαίως

Τέλος στις συζητήσεις για την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, προς το παρόν τουλάχιστον, βάζει με επιστολή του ο Μάριο Ντράγκι. Απαντώντας στον έλληνα ευρωβουλευτή Νίκο Χουντή, σχετικά με την έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, ο επικεφαλής της ΕΚΤ ξεκαθαρίζει ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να προχωρήσει σε πλήρη έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, έως ότου υπάρξουν περισσότερες λεπτομέρειες για τα μέτρα ελάφρυνσής του.

«Λάβαμε υπ’ όψιν μας την τελευταία συνεδρίαση του Eurogroup, η οποία αποτελεί το πρώτο βήμα προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους, όμως τα μέτρα ελάφρυνσης τα οποία αναφέρονται στο κοινό ανακοινωθέν της 15ης Ιουνίου δεν είναι αρκετά για να αξιολογήσουμε τις ποσοτικές τους συνέπειες και την επίδρασή τους στο δημόσιο χρέος της Ελλάδας» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μάριο Ντράγκι. «Ως αποτέλεσμα, έως ότου υπάρξουν περισσότερες λεπτομέρειες για τα μέτρα ελάφρυνσης, παραμένουν οι ανησυχίες σχετικά με τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους» προσθέτει.

Ως εκ τούτου, η Ελλάδα δεν μπορεί να συμμετάσχει, προς το παρόν, στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ. «Το Διοικητικό Συμβούλιο θα αποφασίσει ανεξάρτητα πότε και πώς θα προχωρήσει σε αγορά των ελληνικών τίτλων υπό το πρόγραμμα (PSPP) βασιζόμενη τόσο στην έκθεση βιωσιμότητας (όταν ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό) όσο και σε άλλες παραμέτρους διαχείρισης κινδύνων», αναφέρει.

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση για το επιτόκιο που θα μπορούσε να πετύχει η Ελλάδα εξερχόμενη στις αγορές ομολόγων, ο Μάριο Ντράγκι τονίζει ότι αυτό θα εξαρτηθεί από τις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και την ενίσχυση των ισολογισμών των τραπεζών, όπως π.χ. μέσω της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

«Πρόκειται για ένα σημαντικό μονοπάτι προς την μακροπρόθεσμη μείωση του spread μεταξύ των ελληνικών και των ευρωπαϊκών επιτοκίων δανεισμού» καταλήγει.

Εξάλλου, η απόφαση της ΕΚΤ, την ίδια ημέρα, για μείωση των μηνιαίων αγορών στα 30 δισ. ευρώ στο πλαίσιο του προγράμματος Ποσοτικής Χαλάρωσης (QE) από τον ερχόμενο Ιανουάριο αντανακλά τις θετικές συνθήκες στην ευρωπαϊκή Οικονομία και την αυξημένη εμπιστοσύνη για επιστροφή πληθωρισμού κοντά στον στόχο για 2%, εξήγησε ο κεντρικός τραπεζίτης της ΕΕ.

Πρόσθεσε, ωστόσο, με έμφαση ότι εάν κριθεί αναγκαίο και οι συνθήκες για την οικονομία επιδεινωθούν, η ΕΚΤ είναι έτοιμη να αυξήσει το ύψος των αγορών και να παρατείνει περαιτέρω τη διάρκεια του QE. Και επανέλαβε ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν στα σημερινά χαμηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα και αρκετά μετά το πέρας του προγράμματος Ποσοτικής Χαλάρωσης. Η υποστηρικτική νομισματική πολιτική εξακολουθεί να είναι αναγκαία, τόνισε ο Ντράγκι.

Παράλληλα, επισήμανε ότι το ευρωσύστημα θα επανεπενδύει τις πληρωμές κεφαλαίου από τους τίτλους που ωριμάζουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το τέλος του προγράμματος. Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου, σημείωσε πως οι επανεπενδύσεις θα γίνουν με ευέλικτο τρόπο.

Ειδικότερα, εξηγώντας του λόγους για τους οποίους η ΕΚΤ αποφάσισε τη μείωση του ποσού των μηνιαίων αγορών στοιχείων ενεργητικού, ο κ. Ντράγκι τόνισε πως η απόφαση είναι συμβατή με την επιδίωξη για πληθωρισμό κοντά στο 2%, αντανακλώντας την αυξημένη εμπιστοσύνη για την επίτευξη του στόχου αυτού δεδομένων και των οικονομικών συνθηκών.

Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η οικονομική επέκταση θα συνεχιστεί την επόμενη περίοδο και ότι οι κίνδυνοι παραμένουν ισορροπημένοι, κατέληξε.

Σχεδόν την ίδια στιγμή, το ευρώ υποχωρούσε κοντά στο 1,1725 έναντι του δολαρίου το απόγευμα της Πέμπτης από 1,1812 στο χθεσινό κλείσιμο μετά την ανακοίνωση της ΕΚΤ για μείωση των μηνιαίων αγορών ομολόγων από τις αρχές του 2018 και την επέκταση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (QE) έως και τον Σεπτέμβριο του 2018.



Αρέσει σε %d bloggers: