Η Τουρκία χωρίς παραμορφώσεις

Του Νίκου Βαρσάμη

Οι επιδρομές των Οθωμανών στην Κεντρική Ευρώπη, οι οποίες είχαν τον χαρακτήρα νομαδικών εφόδων κορυφώθηκαν το 1683 επί του Σουλεϊμάν  του Μεγαλοπρεπή με την πολιορκία της Βιέννης, η επιχείρηση εκείνη διευκολύνθηκε από τον πολιτικό κατακερματισμό της ίδιας της Ευρώπης.

 Η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και η Ισπανία είχαν επικεντρωθεί στο πως θα υπερτερήσουν η μια έναντι της άλλης, και επί των αποικιών τους στο Νέο Κόσμο στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Η Βενετία βρισκόταν εγκλωβισμένη σε μακροχρόνια αντιπαράθεση με τη Γένοβα. Το παπικό κράτος ήταν απασχολημένοι με άλλες κρίσεις. Και οι Σλάβοι των Νοτίων Βαλκανίων ήταν διχασμένοι μεταξύ τους.

 Οι Οθωμανοί Τούρκοι προκειμένου να επεκταθούν στις γυμνές εκτάσεις της Ανατολίας και να κυριαρχήσουν στη Μέση Ανατολή, χρειαζόταν να εξασφαλίσουν πλούτο που μόνο η κατάκτηση των Βαλκανίων μπορούσε να προσφέρει. Την απρόσκοπτη κυκλοφορία μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής διευκόλυνε η τοποθεσία της πρωτεύουσας, της Κωνσταντινούπολης, ένας ασφαλές λιμάνι που πρόσφερε πρόσβαση στα Βαλκάνια, στη Μεσόγειο και στη Βόρειο Αφρική, που ήταν και ταυτόχρονα τερματικός σταθμός για τα καραβάνια από την Περσία, τον Καύκασο και ακόμα πιο μακριά.

 Από αυτή την γεωγραφία αναδύθηκε μετά την κατάρρευση του Βυζαντίου μια εξαπλωμένη, πολυεθνική αυτοκρατορία η οποία από τα τέλη του 19ου αιώνα έπνεε τα λοίσθια, με το οθωμανικό σουλτανάτο  να παραδίδει τελικά το πνεύμα του μετά την ήττα του κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η εμφάνιση της Τουρκίας

 Ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ (Ατατούρκ σημαίνει πατέρας των τούρκων), ο μόνος αήττητος Οθωμανός Στρατηγός, ήταν ο άνθρωπος ο οποίος μετά την απώλεια των αυτοκρατορικών κτήσεων στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή, συγκρότησε ένας σύγχρονο κράτος στην Ανατολία. Ήταν ένας αυθεντικός επαναστάτης, κι αυτό διότι άλλαξε το σύστημα αξιών του λαού του.

 Ο Κεμάλ έκρινε ότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν επικρατήσει επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όχι χάρη στα μεγαλύτερα στρατεύματα τους, αλλά χάρη τον υψηλότερο πολιτισμό τους, αποτέλεσμα του οποίου ήταν τα μεγαλύτερα στρατεύματα. Απεφάνθη ότι η Τουρκία εφεξής θα ήταν δυτική, συντασσόμενη πολιτισμικά και πολιτικά με την Ευρώπη. Έτσι, κατάργησε τα μουσουλμανικά θρησκευτικά δικαστήρια, απαγόρευσε τους άντρες να φοράνε φέσι, αποθάρρυνε τις γυναίκες να φορούν μαντίλες και αντικατέστησε το αραβικό αλφάβητο με το λατινικό. Όμως οι ενέργειες του Κεμάλ, εκτός του ότι ήταν ριζοσπαστικές, αποτελούσαν επίσης την κορύφωση της τουρκικής εμμονής με την Ευρώπη, μια εμμονής που διαρκούσε αιώνες.

 Παρά το γεγονός ότι η Τουρκία παρέμεινε ουδέτερη κατά το μεγαλύτερο μέρος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Κεμμαλισμός-το φιλοδυτικό, κοσμικό δόγμα του Κεμάλ Ατατούρκ-καθόρισε την πολιτική ταυτότητα της Τουρκίας και ιδιαίτερα την εξωτερική της πολιτική, μέχρι το τέλος της πρώτης δεκαετίας μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου. Πράγματι, επί χρόνια η Τουρκία έτρεφε φρούδες ελπίδες προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μια ψύχωση την οποία οι Τούρκοι αξιωματούχοι τις κατέστησαν σαφές με πολλαπλές επισκέψεις στις ΗΠΑ κατά την δεκαετία του 1990. Όμως κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα κατέστη φανερό ότι ήταν εξαιρετικά πιθανό να μην γίνει ποτέ πλήρες μέλος της Ε.Ε. Ο λόγος ήταν ξεκάθαρος και κατάφορτος από γεωγραφικό και πολιτισμικό ντετερμινισμό: παρότι η Τουρκία είχε δημοκρατικό πολίτευμα και ήταν μέλος του ΝΑΤΟ, ήταν μια χώρα μουσουλμανική και ως εκ τούτου ανεπιθύμητη. Η απόρριψη συντάραξε ολόκληρο το πολιτικό σώμα της Τουρκίας. Ακόμα πιο σημαντικό όμως, ήταν ότι αυτή προστέθηκε στις υπόλοιπες κοινωνικές τάσεις που σχεδίαζαν μια μείζονα αποκατάσταση στην ιστορία και τη γεωγραφία της Τουρκίας.

 Στην πραγματικότητα ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός που επέβαλε ο Αρατούρκ στην Τουρκία εμπεριείχε μια αντίφαση. Ο Κεμάλ γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, στη Βόρεια Ελλάδα, ανάμεσα σε Έλληνες, Εβραίους και άλλες μειονότητες. Ήταν ένας ευρωπαίος πολίτης, με άλλα λόγια, καθώς η Θεσσαλονίκη στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν ένα πολύγλωσσο κοσμοπολιτισμού προπύργιο. Επίσης ο ορισμός που έδινε ο Ατατούρκ στην εθνικότητα ήταν εντυπωσιακά σύγχρονος. Διότι διακήρυσσε επανειλημμένα ότι όποιος δηλώνει Τούρκος, μιλάει τουρκικά μπορεί να  ζει στην Τουρκία, ακόμα και αν είναι Χριστιανός ή Εβραίος. Μετέφερε την πρωτεύουσα από την Κωνσταντινούπολη στην Άγκυρα, στην καρδιά της Ανατολίας, λόγω του συσχετισμού της Κωνσταντινούπολης με το παλιό καθεστώς.

 Δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια να ανακτήσει τις χαμένες οθωμανικές επαρχίες στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή. Αντίθετα η στρατηγική του ήταν να οικοδομήσει ένα μονοεθνικό  τουρκικό κράτος στην καρδιά της Ανατολίας το οποίο θα ήταν στενά δεμένο στην Ευρώπη και τη Δύση. Θεματοφύλακας του κεμαλικού ιδεώδους θα ήταν ο Τουρκικός Στρατός, καθώς η αυθεντική δημοκρατία ήταν κάτι που δεν απασχολούσε τον Κεμαλισμό όσο ζούσε ο Ατατούρκ.

 Το πρόβλημα, το οποίο θα περνούσαν δεκαετίες να εκδηλωθεί, ήταν ότι εστιάζοντας στην Ανατολία ο Ατατούρκ, ακούσια έγειρα την πλάστιγγα υπέρ του Ισλαμικού Πολιτισμού, ο οποίος είχε βαθιές ρίζες στη Μικρά Ασία απ’ ότι στην ευρωπαϊκή Τουρκία της Κωνσταντινούπολης και του σουλτανάτου. Επιπλέον η δημοκρατία, όπως αναπτύχθηκε στην Τουρκία κατά τα διαλείμματα μεταξύ περιοδικών στρατιωτικών πραξικοπημάτων, διένειμε το δικαίωμα του εκλέγειν στις μάζες της εργατικής τάξης και των θεοσεβούμενων τούρκων  στην ενδοχώρα της Ανατολίας.

Απ’ τον Κεμάλ στον Οζάλ

 Κατά τις πρώτες δεκαετίες ύπαρξης της Τουρκικής Δημοκρατίας, ο πλούτος και η ισχύς βρίσκονταν στα χέρια του στρατού και της  κοσμικής ελίτ της Κωνσταντινούπολης. Την περίοδο αυτή οι Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν την πολυτέλεια να διατυμπανίζουν τον δημοκρατικό χαρακτήρα του καθεστώτος της Τουρκίας, παρά το γεγονός ότι για τη φιλοδυτική εξωτερική πολιτική της χώρας υπεύθυνοι ήταν οι  Τούρκοι στρατηγοί.

 Από την δεκαετία του 1980 αυτό άρχισε να αλλάζει, όταν ο νεοεκλεγείς πρωθυπουργός Τουργκούτ  Οζάλ, ένας πιστός μουσουλμάνος με σουφικές τάσεις από την κεντρική Ανατολία, θέσπισε μια σειρά μεταρρυθμίσεων  που απελευθέρωσαν την κρατικιστική  οικονομία. Πληθώρα μεγάλων εταιρειών ιδιωτικοποιήθηκαν ενώ οι έλεγχοι των εισαγωγών χαλάρωσαν. Τα μέτρα αυτά οδήγησαν στη δημιουργία μιας νεόπλουτης μεσαίας τάξης πιστών μουσουλμάνων με πραγματική πολιτική δύναμη. Παρόλα αυτά, η ιδιοφυής κίνηση του Οζάλ κατά τα τελευταία χρόνια του Ψυχρού Πολέμου ήταν να παρέμεινε πολιτικά προσδεδεμένος  στη Δύση, ενόσω άμβλυνε τη θεμελιώδη κεμαλική αρχή του κοσμικισμού αφήνοντας περισσότερο χώρο στο πολιτικό σύστημα για τους θρησκευόμενους μουσουλμάνους. Ταυτόχρονα η Τουρκία έγινε ταυτόχρονα  πιο ισλαμική και πιο φιλοδυτική.

 Ο ισλαμισμός του Οζάλ του επέτρεψε να κάνει άνοιγμα στους Κούρδους, οι οποίοι μοιράζονται την ίδια θρησκεία με τους Τούρκους παρότι τους χώριζε η εθνικότητα. Οι Τούρκοι στρατηγοί, αν και σε εξαιρετικά άβολη θέση με τη θρησκευτικότητα του Οζάλ, διατήρησαν τον έλεγχο της πολιτικής εθνικής ασφάλειας, την οποία ο Οζάλ δεν αμφισβήτησε ποτέ, η Τουρκία παρέμεινε προπύργιο του ΝΑΤΟ στο χώρο της Ευρασίας απέναντι στην Σοβιετική Ένωση.

 Ο Οζάλ έφυγε από τη ζωή αιφνιδίως το 1993 σε ηλικία 65 ετών, ύστερα από 10 χρόνια στον προεδρικό και πρωθυπουργικό θώκο. Ο θάνατος αυτός είχε βαθύτατες επιπτώσεις στο μέλλον της Τουρκίας, αποτελώντας ένα ακόμα παράδειγμα του πως οι ζωές και οι θάνατοι μερικών σημαντικών ανδρών και γυναικών επηρεάζουν το πεπρωμένο της γεωπολιτικής στον ίδιο βαθμό με τη γεωγραφία, η οποία διατηρεί τα πρωτεία κυρίως επειδή είναι αμετάβλητη στον  στο χρόνο.

 Στο πρόσωπο του Οζάλ συγκεντρώνονται δυο αντίρροπες τάσεις ( ο φιλο-ισλαμισμός και ο φιλο-αμερικανισμός), ο θάνατος του συνέτριψε την ήδη εύθραυστη εθνική συναίνεση, παρότι πέρασαν μερικά χρόνια προτού φανούν οι συνέπειες.

 Μια δεκαετία μετά το θάνατο του Οζάλ η Τουρκία κυβερνήθηκε από διάφορους κοσμικούς ηγέτες, την ώρα που δυνάμωσε η οικονομική ισχύς, ενώ η ισλαμική θρησκευτική ευλάβεια ολοένα δυνάμωναν στην ενδοχώρα της Ανατολίας.

Το άστρο του Ερντογκάν                                

 Μέχρι τα τέλη του 2002 η μαθημένη στο ακριβό ουίσκι κοσμική αριστοκρατία είχε πλέον απαξιωθεί και η εκλογική διαδικασία έδωσε απόλυτη πλειοψηφία στο ισλαμικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ρετζέπ Ερντογκάν, πρώην Δημάρχου της Κωνσταντινούπολης. Η Κωνσταντινούπολη αν και έδρα της κοσμικής αριστοκρατίας, είχε γίνει επίσης στέγη εκατομμυρίων θρησκευόμενων Τούρκων που είχαν μεταναστεύσει από τις επαρχίες της Ανατολίας προς αναζήτηση εργασίας, αλλά και  για  να προσπαθήσουν να αναρριχηθούν στη μικροαστική τάξη. Σ’ αυτά τα εκατομμύρια έδωσε φωνή ο Ερντογκάν.

 Αναλαμβάνοντας ο Ερντογκάν την εξουσία, έδωσε μεγαλύτερη πνοή στο κύμα του Ισλαμισμού, ήδη ενισχυμένο από τον Οζάλ, το οποίο είχε επιστρέψει στη ζωή της Τουρκίας κάτω από τη μύτη του Κεμαλισμού. Το 1945 υπήρχαν στην Τουρκία 20.000 τζαμιά. Το 1985 είχαν φτάσει τις 72.000 και ο αριθμός αυξάνονταν στη συνέχεια δυσανάλογα προς τον πληθυσμό.

 Σύμφωνα με μελέτες δυο στους τρείς Τούρκους της αστικής εργατικής τάξης προσεύχονται καθημερινά, όπως και οι Τούρκοι της επαρχία, όπου τα ποσοστά τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί περαιτέρω. Το αναγεννημένο Ισλάμ, τα έχει πάει πολύ καλά απέναντι στις κοσμικού χαρακτήρα ιδεολογίες της  δεξιάς (φασισμός) και της αριστεράς (μαρξισμός) «ως μια σανίδα σωτηρίας για τους απογοητευμένους νέους των αστικών κέντρων», για τους οποίους ο Κεμαλισμός δεν πρέσβευε ένα «κοινωνικό αξιακό σύστημα» που θα καθοδηγούσε την καθημερινότητα τους, έγραφε ο εγκατεστημένος στο Λονδίνο δημοσιογράφος και συγγραφέας Ντίλιπ Χίρο. Μόλις ρίζωσε ο φυσιολογικός εθνικισμός που συνδέεται με το Ισλάμ, ο Κεμαλισμός άρχισε να χάνει σταδιακά τον «λόγο ύπαρξής του».                    

  Έτσι, όταν  τον Μάρτιο του 2003 το τουρκικό κοινοβούλιο ψήφισε εναντίον της χορήγησης άδειας στα αμερικανικά στρατεύματα για να χρησιμοποιήσουν το έδαφος της Τουρκίας για την εισβολή στο Ιράκ, δεν ήταν το ισλαμικό κόμμα αυτό που υπέσκαπτε την αμερικανική θέση, αλλά οι οπαδοί του κοσμικισμού, οι οποίοι είχαν πλέον συνταχτεί με τον αντιαμερικανισμό των Ευρωπαίων ως αντίδραση στην άκομψη ρητορική και στάση της κυβέρνησης του Τζορτζ Μπου του νεότερου μετά την 11 Σεπτεμβρίου του 2001.

 Το καταστρεπτικό αποτέλεσμα της εισβολής στο Ιράκ, το οποίο οδήγησε τη χώρα αυτή σε έναν εσωτερικό εμφύλιο πόλεμο φατριών, ενώ δεν βρέθηκαν  ούτε όπλα μαζικής καταστροφής, συνέπεσε με την συνειδητοποίηση ότι η Τουρκία δεν θα γινόταν δεκτή στην Ε. Ένωση. Συνέπεια αυτών των κατακλυσμιαίων γεγονότων-σε μια εποχή που η Τουρκία είχε μια νέα, δημοφιλή και καλά εδραιωμένη ισλαμική κυβέρνηση-ήταν να γείρει το πολιτικό και πολιτισμικό εκκρεμές στη χώρα δραματικά προς τη Μέση Ανατολή. Και μακριά από τη Δύση για πρώτη φορά κυριολεκτικά μετά από αιώνες.

 Υπό μια έννοια  η Δύση και ειδικά οι ΗΠΑ έπεσαν θύμα της δικής τους πλάνης. Οι ηγέτες της Δύσης επί δεκαετίες πρόβαλλαν τη δημοκρατική Τουρκία, ως  νατοϊκό-φιλο-ισραηλινό προπύργιο στη Μέση Ανατολή, παρότι γνώριζαν ότι η εξωτερική και αμυντική πολιτική ήταν στα χέρια του στρατού. Τελικά, περί τις αρχές του 21ου αιώνα, η Τουρκία είχε πραγματικά αναδυθεί ως μια ως μια πολιτικά, πολιτισμικά και οικονομικά δημοκρατική χώρα αντανακλώντας την ισλαμική φύση των τουρκικών μαζών, με αποτέλεσμα να είναι μια αντι-αμερικανική, αντι-ισραηλινή Τουρκία.

 Στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η τουρκική πολιτική αντανακλούσε την τουρκική γεωγραφία. Συνορεύοντας δυτικά με την Ελλάδα και το Ιράν ανατολικά, με τη Βουλγαρία στα βορειοδυτικά και το Ιράκ στα νοτιοανατολικά, με το Αζερμπαϊτζάν στα βορειοανατολικά και τη Συρία στο Νότο και με περισσότερη από τη μισή Ανατολία να διαθέτει ακτογραμμή επί της Μεσογείου και της Μαύρης  Θάλασσας. Η Τουρκία στην ουσία βρίσκεται σε ίση απόσταση μεταξύ Ευρώπης-Ρωσίας και Μέσης Ανατολής.

Το ίδιο ισχύει και για την εξωτερική και αμυντική της πολιτική. Παραμένει ενεργό μέλος του ΝΑΤΟ, ωστόσο διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των Κούρδων, βοηθάει το Ιράν να αποφύγει τις δυτικές κυρώσεις και συναισθηματικά βρίσκεται με το μέρος των παλαιστινιακών οργανώσεων.

Παρατήρηση

 Μεταξύ των πολλών οξυδερκών κρίσεων που συχνά παραβλέπονται, μια εξ αυτών περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Καθηγητή του Χάρβαρντ Σάμιουελ Χάντιγκτον: «Η Σύγκρουση των Πολιτισμών και ο Ανασχηματισμός της Παγκόσμιας Τάξης», στο οποίο βιβλίο η Τουρκία αποτελεί ένας πρώτης τάξης παράδειγμα, είναι ότι: η παγκοσμιοποίηση, αν και δύναμη ενοποίησης σε ένα επίπεδο, είναι και μια δύναμη που οδηγεί σε πολιτισμική ένταση, καθώς φέρνει κοντά μεγάλες αλλά διασπαρμένες αλληλέγγυες δυνάμεις. Έτσι, παρότι από τον Ισλαμικό κόσμο απουσιάζει η πολιτική ενότητα, η ισλαμική συνείδηση ενισχύεται στο πλευρό της παγκοσμιοποίησης. Ως εκ τούτου, η ισλαμική πλευρά της τουρκικής ταυτότητας ενισχύεται.

 Αυτό συμβαίνει σε μια εποχή όπου ο μη δυτικός κόσμος γίνεται πιο υγιής, πιο αστικός και πιο εγγράμματος, με συνέπεια να παρατηρείται αύξηση στην πολιτική και οικονομική ισχύ μεσαίων δυνάμεων όπως είναι η Τουρκία.

Ιστορία

 Oι Τούρκοι κατείχαν την πρωτοκαθεδρία στον Οίκο του Ισλάμ επί 850 χρόνια, από την νίκη των Σελτζούκων  Τούρκων επί των Βυζαντινών κατά τη μάχη του Μαντζικέρτ το 1071 στην ανατολική  Ανατολία μέχρι την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τους δυτικούς συμμάχους το 1918.

 Μόνο κατά τον περασμένο αιώνα οι Άραβες πήραν τα ηνία του μουσουλμανικού πολιτισμού. Ουσιαστικά μέχρι την Ιρανική Επανάσταση του 1978-1979, ακόμα και τότε 50 εκατομμύρια μουσουλμάνων του Ιράν είχαν σχεδόν περάσει απαρατήρητα από τη Δύση. Όπως είχαν περάσει απαρατήρητα τα 80 εκατομμύρια  Μουσουλμάνων   στη σημερινή Τουρκία, μέχρι να ξεσπάσει η κρίση  με την νηοπομπή στα Γάζα το 2008, την ίδια στιγμή που οι Τούρκοι συνήπταν συμφωνία με το Ιράν για την αγορά εμπλουτισμένου ουρανίου και ψήφισαν εναντίον των κυρώσεων κατά του Ιράν στα Ηνωμένα Έθνη. Ξαφνικά η κοινή γνώμη και τα ΜΜΕ της Δύσης συνειδητοποίησαν την ωμή γεωγραφική πραγματικότητα της Τουρκίας.

 Με 80 εκατομμύρια πληθυσμό, με υγιείς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης η Τουρκία είναι επίσης ένας δημογραφικός και οικονομικός οδοστρωτήρας που μπορεί να επηρεάσει την Ανατολική Μεσόγειο και αυτό γιατί διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα που η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία δεν έχουν.

 Σε αντίθεση με άλλα αραβικά κράτη η βιομηχανική βάση και η μεσαία τάξη της Τουρκίας δεν δημιουργήθηκε από το πουθενά, ούτε με τα κέρδη του πετρελαίου που δεν διαθέτει. Αντίθετα οφείλεται στην αξιοποίησης της γεωγραφικής της θέσης, παράλληλα έχει πιο προηγμένο επίπεδο ανάπτυξης σε σύγκριση με τις περισσότερες χώρες της Μέσης Ανατολής. Η θέση της ως χερσαίας γέφυρας δεν την συνδέει απλώς με την Ευρώπη, αλλά προκάλεσε και ένα κύμα εισβολών από νομάδες  της Κεντρικής Ασίας οι οποίοι αναζωογόνησαν τον πολιτισμό της Ανατολίας. Ο δε ρόλος  της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν καθοριστικός, φέρνοντας την  ευρωπαϊκή πολιτική-τουλάχιστον τη βαλκανική της πλευρά- σε άμεση επαφή με την πολιτική της Μέσης Ανατολής.

 Οι αγώνες του 19ου αιώνα για εθνική ανεξαρτησία σε Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία, Ρουμανία, ενθάρρυναν την άνοδο του αραβικού εθνικισμού στις κοινωνίες της Συρίας και του Λιβάνου, ήταν η κύρια αιτία κατάρρευσης αυτής της Αυτοκρατορίας.

 Στις αρχές του 21ου αιώνα η Τουρκία μπορούσε να υπερηφανεύεται για το δραστήριο και πολιτικά κυρίαρχο ισλαμικό της κίνημα, για τις στρατιωτικές της ικανότητες (δεύτερος στρατός του ΝΑΤΟ), σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής-πλην Ισραήλ-, για μια οικονομία η οποία είχε ανάπτυξη επί 8% για πολλά συναπτά έτη. Επίσης κατόρθωσε να έχει οικονομική ανάπτυξη 5% κατά την περίοδο της παγκόσμιας κρίσης 2008-2017 και να δημιουργήσει  ένα σύστημα φραγμάτων που την καθιστά υδάτινη δύναμη στον ίδιο βαθμό που η Σαουδική Αραβία και το Ιράν είναι πετρελαϊκές δυνάμεις.  Αυτοί οι παράγοντες ορατοί και μη, επιτρέπουν την Τουρκία να ανταγωνίζεται το Ιράν για τα ηνία της ισλαμικής ηγεμονίας και νομιμοποίησης.

Νέο Οθωμανισμός

Η Τουρκία –όπως προείπαμε-δεν αποσύρθηκε από το ΝΑΤΟ, ούτε έκοψε τους διπλωματικούς δεσμούς με το Ισραήλ. Μάλιστα στην εποχή   υπουργίας και  πρωθυπουργίας του καθηγητή Αχμέτ Νταβούτογλου, υιοθέτησε μια πολιτική «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονές της. Χάρη σε μια   οικονομία, πολύ πιο ανεπτυγμένη από τους γείτονές της, η έντονη επιρροή δυτικά της στα Βαλκάνια και ανατολικά της στον Καύκασο ήταν ήδη δεδομένη. Η Βουλγαρία, Το Αζερμπαϊτζάν και η Γεωργία έχουν ήδη κατακλυστεί από του τουρκικές οικιακές συσκευές και άλλα καταναλωτικά αγαθά. Το φαινόμενο αυτό αρχίζει ήδη να εκδηλώνεται και στην ελληνική αγορά.

 Ο Νέο-οθωμανισμός που σχεδίασε ο Νταβούτογλου ήταν μια συγκεκριμένη επιλογή, αλλά αποτελούσε επίσης μια φυσική πολιτική εξέλιξη: αποτέλεσμα της ξαφνικής σύμπτωσης της εξέχουσας γεωγραφικής και οικονομικής θέσης της Τουρκίας με την αυξανόμενη ισλαμοποίησή της. Η δε ελκυστικότητα του Νέο-οθωμανισμού βασίζεται στην παραδοχή ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης η Τουρκία στερείται τόσο των μέσων όσο και της επιθυμίας να αναστυλώσει την παλιά Οθωμανική Αυτοκρατορία της στη Μέση Ανατολή. Αντίθετα βασίζεται στην ομαλοποίηση των σχέσεων της με τις πρώην αραβικές κτήσεις, για τις οποίες η οθωμανική  εξουσία ήταν αρκετά μακρινή, αλλά και αρκετά ωφέλιμη, αν αξιολογηθεί στο πέρασμα δεκαετιών και αιώνων.

 Η πραγματική καινοτομία του Νταβούτογλου, ήταν το άνοιγμα προς το Ιράν. Οι πολιτισμοί των υψιπέδων της Ανατολίας και του Ιράν, τουρκικού και περσικού αντίστοιχα έχουν να επιδείξουν μια πολύπλοκη σχέση: τα περσικά, ήταν η διπλωματική γλώσσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παρόλα που οι Οθωμανοί και οι Σαβαφίδες Πέρσες συγκρούονταν επί μακρόν στο 16ου και 17ο αιώνα. Μπορεί να πει κανείς πως οι πολιτισμοί και οι γλώσσες τους ήταν αλληλένδετα. Επιπλέον, ούτε η Τουρκία, ούτε το Ιράν βρέθηκαν υπό αποικιακό ζυγό η μια επί της άλλης.

 Πριν από την Εποχή του Πετρελαίου, η Τουρκία προωθήθηκε προς τα Βαλκάνια και την Ευρώπη για να μπορέσει να αναπτύξει την οικονομική της ικανότητα που χρειαζόταν ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να προωθηθεί στη Μέση Ανατολή.

Σήμερα, στην Εποχή του Πετρελαίου συμβαίνει το αντίστροφο. Καθώς η Τουρκία γίνεται κεντρικός δίαυλος πετρελαίου από το Ιράν και την Κασπία Θάλασσα, γίνεται ένας εξαιρετικά σημαντικός οικονομικός παράγοντας για να μπορέσει να την αγνοήσει η Ευρώπη.

 Αντί για απλώς μια χερσαία γέφυρα, αν και η μεγαλύτερη χερσαία γέφυρα του πλανήτη, η Τουρκία (μέλος των G-20) έχει εξελιχτεί σε μια κομβική περιοχή αυτή καθεαυτή η οποία  μαζί με το Ιράν έχει την δυνατότητα να παραγκωνίζει την  αραβική Εύφορη Ημισέληνο, οι κοινωνίες της οποίας ταλανίζονται από εσωτερικές αναταραχές ως συνέπεια δεκαετιών στείρας διακυβέρνησης από αυταρχικά καθεστώτα.

 Η παραπάνω υπόμνηση  αποτελεί μια ένδειξη της ανόδου των μεσαίων δυνάμεων στον σημερινό κόσμο, καθώς όλο και περισσότερα εκατομμύρια άνθρωποι από τις αναπτυσσόμενες χώρες ανελίσσονται στη μεσαία τάξη.

Αντί επιλόγου

Θεωρήσαμε σκόπιμο να μην κάνουμε αναφορές στις ελληνοτουρκικές σχέσεις οι οποίες είναι λίγο πολύ σε όλους μας γνωστές.

Το άλυτο κυπριακό πρόβλημα, ο υποθαλάσσιος πλούτος του Αιγαίου, η προσπάθεια των Κούρδων για αποκτήσουν δική τους κρατική οντότητα και τα νησιά και οι βραχονησίδες του Αιγαίου, όξυναν επικίνδυνα τις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας.

 Οι προσπάθειες κατευνασμού που προσπάθησαν να ακολουθήσουν οι ελληνικές κυβερνήσεις  δεν ευοδώθηκαν. Τίθεται το ερώτημα μετά την ένταση θα επέλθει «αποκλιμάκωση»;

 Όχι, ούτε κλιμάκωση  ούτε αποκλιμάκωση θα υπάρξει. Πρόκειται για ένα ακόμα βήμα στον δρόμο της σταθερής τουρκικής στρατηγικής και θα ακολουθήσει το επόμενο.

  Το τραγικό είναι ότι δεν «καταλαβαίνουμε» τίποτα και κάθε φορά, μετά από κάθε κρίση, επανερχόμαστε στα ίδια και λέμε τα ίδια. Ίσως να μην υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο απ’ αυτό. Η Τουρκία δεν ασκεί εξωτερική πολιτική για εσωτερική κατανάλωση. Στην Τουρκία δεν υπάρχει «βαθύ κράτος», υπάρχει κράτος. Η Τουρκία έχει μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική, απλώς επικαιροποιεί τα στάδια που την απαρτίζουν, επιταχύνοντας ή επιβραδύνοντας ανάλογα με τιςσυγκιρίες.

Η Τουρκία έχει γίνει περιφερειακή δύναμη και ρισκάρει τις παραμέτρους της «περιθωριακής δύναμης» προκειμένου να σταθεροποιηθεί ως ηγεμονεύουσα δύναμη. Η Τουρκία είναι μια τεράστια αγορά, δεν θα μπει (και πλέον δεν θέλει) ποτέ στην Ένωση, ούτε η Ένωση θα ανεχθεί ποτέ στους κόλπους της ως ισότιμη μία Τουρκία μεγαλύτερη πληθυσμιακώς ακόμα και από τη Γερμανία. Ο εφιάλτης της Τουρκίας είναι το ενδεχόμενο του διαμελισμού της – μία ιδέα από την οποίαν η Δύση δεν πρόκειται να παραιτηθεί ποτέ.

Η Τουρκία –ανεξάρτητα των διακηρύξεων του Νταβούτογλου περί «μηδενικών προβλημάτων» για όλους τους γείτονές της είναι μια δύναμη ιμπεριαλιστική – όπου μυρίζεται πλούτο προσπαθεί να τον αρπάξει. Η τουρκική κοινωνία είναι διχασμένη ανάμεσα στον 21ο Αιώνα και τον 17ο, το δε τουρκικό κράτος (όπως και ο στρατός) κάνει μπίζνες με μεθόδους μαφίας. Το ερώτημα πλέον για την Τουρκία δεν είναι η διάσταση του Κεμαλισμού με τον νέο-Οθωμανισμό, αλλά η σύνθεσή τους.

  Όλα αυτά κι άλλα πολλά είναι καλά γνωστά στην Ελλάδα σε πολιτικούς, διπλωμάτες, στρατιωτικούς, δημοσιογράφους, αναλυτές και πολίτες, αλλά ούτε τα ίδια συγκροτούν ένα corpus εθνικής στρατηγικής, ούτε άλλα πολύ καλύτερα και αρμοδίως επεξεργασμένα.

  Η Ελλάδα αντιμετωπίζει έναν γείτονα που αντιμετωπίζει τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Ε.Ε. στα ίσα. Αν ο γείτονας αυτός είναι ένας γίγαντας με πήλινα πόδια, μένει να αποδειχθεί. Έως τότε όμως θα ξεδιπλώνει τη στρατηγική του εις όσα μας αφορούν και οι στόχοι αυτής της στρατηγικής είναι γνωστοί.

  Εμείς όμως λέμε τα ίδια, πενταρολογούμε, τη μια «κλιμάκωση», την άλλη «αποκλιμάκωση», αμολάμε κούφια λόγια και κωμικές εκκλήσεις – ένα δεν κάνουμε: να κάτσουμε κάτω να δούμε τι θα κάνουμε.  Ίσως να μας είναι δομικώς αδύνατο.

Η Ελλάδα έχει ήδη υποστεί μια Μικρασιατική Καταστροφή, το Μνημόνιο. Ακριβώς διότι το πολιτικό σύστημα έχει δομικό πρόβλημα: τις πολιτικές δυνάμεις που το αποτελούν.

  Πιθανόν να υπάρχουν σχέδια άμυνας, αλλά αν ο ελληνικός λαός δεν τα γνωρίζει και η Τουρκία δεν τα αισθάνεται, μικρή αποτρεπτική αξία έχουν.   Ακόμα και αν η Τουρκία βαλτώσει στο Αφρίν θα παραμείνει επιθετική κατά της Ελλάδας και κατά της Κύπρου, όχι για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, αλλά διότι υπάρχει πλούτος που θέλει να αρπάξει.

  Θα ήταν ευχολόγιο να πει κανείς ότι έχουμε ακόμα καιρό, ότι θα συνέλθουν αίφνης οι πολιτικές δυνάμεις και θα ενεργοποιήσουν τον λαό εναντίον των μνημονίωνεναντίον της τουρκικής απειλής και όλων των παθογενειών που μας έχουν κάνει τη ζωή κόλαση (σήμερα, και πιθανώς όλεθρο αύριο). Δύσκολο.

  Ο κίνδυνος είναι προ των πυλών. Κι αν εκδηλωθεί θα φάει κόσμο και κοσμάκη, θα φάει κι απ’ το σώμα της πατρίδας. Όμως οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις φαίνονται περισσότερον έτοιμες να διαχειρισθούν τα αποτελέσματα της καταστροφής (όπως έκαναν με τα μνημόνια) παρά να την αποτρέψουν.


Αρέσει σε %d bloggers: