Η ώρα που σοσιαλιστές και κομμουνιστές πρέπει να (ξανα)συνδέσουν το πατριωτικό και κοινωνικό ζήτημα

Από το 2009- 2010, η πλειοψηφία του ελληνικού λαού αντιλήφθηκε- με επίκεντρο την οικονομική κρίση- ότι το ζήτημα της χώρας συμπυκνωνόταν στην ανάγκη ταυτόχρονης πάλης ενάντια στη νέο- αποικιακή εξάρτηση και εναντίον του νεοφιλελευθερισμού, ως ειδικής μορφής, αντιδραστικού, καπιταλιστικού μετασχηματισμού.

Την εν λόγω σύνδεση έθεσε η ίδια η πραγματικότητα της θέσης της Ελλάδας στο διεθνές οικονομικό πλαίσιο και ο τύπος των μετασχηματισμών που επεβλήθησαν. Επρόκειτο για άμεσο, αμυντικό καθήκον και βάση ενός μεταβατικού προγράμματος εξόδου από την κρίση- άρα αναγκαστικά και αντιμνημονιακού. Οι πιο προωθημένες δυνάμεις κατανοούσαν επίσης τη στρατηγική ανάγκη για ένα άλλο μοντέλο σοσιαλιστικού μετασχηματισμού ως κατάληξη και εξέλιξη του μεταβατικού προγράμματος- συζήτηση ωστόσο που δυστυχώς έχει ελάχιστα προχωρήσει, με αρνητικές συνέπειες.

Η σύνδεση των δύο μορφών πάλης ή αλλιώς η σύνδεση εθνικού- λαϊκού και πατριωτικού- κοινωνικού ζητήματος -κόντρα σε αφελείς ή και ύποπτες αριστερίστικες αντιλήψεις που φέρνουν αντικειμενικά στην ίδια βάρκα δυνάμεις όπως τους “53” του ΣΥΡΙΖΑ, (δήθεν) “τροτσκιστές”, ακραιφνείς εκσυγχρονιστές των αρχών του 2000 και νεοφιλελεύθερους- όχι μόνο παραμένει επίκαιρη αλλά επιπλέον έχει λάβει νέα ένταση τους τελευταίους μήνες λόγω των Ελληνό- τουρκικών σχέσεων.

Η όξυνση των σχέσεων αυτών συνιστά βεβαίως τμήμα- επί της αρχής- του ευρύτερου μετασχηματισμού που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο του “μεγάλου παιχνιδιού” μεταξύ ΗΠΑ- Ρωσίας και Κίνας. Ενός παιχνιδιού το οποίο σε πλήρη έκταση δεν μπορεί να αναλυθεί εδώ αλλά του οποίου ορισμένα χαρακτηριστικά είναι οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, η στρατιωτικοποίηση των διεθνών σχέσεων με νέου και παλαιού τύπου πολέμους, οι βίαιες αλλαγές συνόρων και πολιτικών συστημάτων, προκειμένου να ελεγχθούν φυσικοί πόροι, οι διαδρομές τους και αγορές, οι οικονομικές- εμπορικές αντιπαραθέσεις, η μεταβλητότητα των διεθνών συμμαχιών και μια ταυτόχρονη, αντίρροπη κίνηση συσπείρωσης και αντισυσπείρωσης των ανταγωνιστικών μπλοκ στο εσωτερικό τους.

Σε αυτό το παιχνίδι σταδιακά εμπλέκονται ολοένα περισσότερα -καπιταλιστικά- κράτη, είτε λόγω των συμμαχιών τους, είτε λόγω του σχετικώς αυτόνομου ρόλου τους ως προς τις παραπάνω επιδιώξεις. Η εμπλοκή αυτή ωστόσο δεν καθιστά τις συμπεριφορές όλων των κρατών ταυτόσημες. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ είναι σαφώς η πιο επιθετική, ιμπεριαλιστική υπερδύναμη, ιδίως με στρατιωτικούς όρους. Αυτή η παραδοχή δε σημαίνει ταύτιση με έναν ιμπεριαλιστή ή με ένα “αφεντικό” έναντι των υπολοίπων. Σημαίνει απλά ότι οφείλουμε να παρακολουθούμε την εξελισσόμενη πραγματικότητα με ικανότητα αποτίμησης των γεγονότων στον πραγματικό χρόνο.

Αντιστοίχως, στην Α. Μεσόγειο, η Τουρκία του Ερντογάν, παρότι βεβαίως δεν αποτελεί τη μόνη καπιταλιστική χώρα, ούτε τη μόνη χώρα που έχει ενταχθεί στο “μεγάλο παιχνίδι”, αποτελεί -μαζί με το Ισραήλ- τη μία από τις δύο, πλέον  επιθετικές, αναθεωρητικές, περιφερειακές δυνάμεις. Ο (νέο-) οθωμανισμός του Ερντογάν, τα κεφάλαια που τον υποστηρίζουν- δηλαδή η ιδεολογία, η στρατηγική και οι οικονομικές δομές- είναι φύσει και θέσει (επ)εκτακτικές. Επιπλέον, το αίσθημα φόβου της Τουρκίας λόγω των Κούρδων αλλά και της επικίνδυνης εμπλοκής της στη Συρία, η αλαζονεία της τουρκικής ελίτ και η επιδίωξη ελέγχου των φυσικών πόρων του Αιγαίου και της Α. Μεσογείου την έχουν καταστήσει μια δύναμη, η οποία πέρα από την παράνομη εισβολή και κατοχή της Κύπρου έχει εισβάλλει στη Συρία και στο Ιράκ, ενώ παραλλήλως είτε απειλεί είτε και πραγματοποιεί ενέργειες επιθετικότητας κατά της χώρα μας.

Βεβαίως, η ελληνική αστική τάξη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι επίσης συμμετέχουν στο “μεγάλο παιχνίδι”, μέσα από την εξάρτηση από τις ΗΠΑ, τη συμμαχία με το Ισραήλ και βεβαίως με την υποστήριξη των δυνάμεων που συντάσσονται με την Τουρκία στη Συρία- “επαναστατικές” μέχρι πρότινος σύμφωνα και με ορισμένα από τα προαναφερθέντα τμήματα της “αριστεράς”.

Ωστόσο, στο επίπεδο της εν τέλει ασκουμένης κρατικής πολιτικής υπάρχουν ποιοτικές διαφορές μεταξύ των δύο χωρών, οι οποίες πηγάζουν μεταξύ άλλων -αλλά όχι μόνο- και από τη φύση του ελληνικού και του τουρκικού  (αστικού) κράτους.

Επιπλέον, υπάρχει μια πραγματική διαφορά στο επίπεδο του δικαίου: στην Κύπρο, στο Αιγαίο, στη Συρία, στο Ιράκ, η Τουρκία πράγματι παραβιάζει κανόνες αναγκαστικού διεθνούς δικαίου. Πράγματι προσβάλλει την κυριαρχία γειτονικών της κρατών. Και άρα έτσι άμεσα καταπιέζει τη δυνατότητα ανάπτυξης όχι μόνο ή κυρίως των αστικών τάξεων γειτονικών της κρατών αλλά των γειτονικών της λαών.

Για να το θέσουμε με απλούς όρους: φυσικά είναι η κυπριακή και η ελληνική αστική τάξη που θα ήθελαν να αξιοποιήσουν τους φυσικούς πόρους και τις διαδρομές τους, στο πλαίσιο της κυριαρχίας των δύο κρατών. Αυτό όμως είναι ζήτημα του εσωτερικού, ταξικού αγώνα σε Ελλάδα και Κύπρο. Εν προκειμένω, το ζήτημα είναι άλλο και έχει να κάνει με την προσπάθεια παράνομης, βάσει διεθνούς δικαίου, -περαιτέρω- συρρίκνωσης της κυριαρχίας δύο -ακόμα- ανεξαρτήτων κρατών, από πλευράς της Τουρκίας, στο πλαίσιο της στρατηγικής της για επέκτασή της -και- δια της βίας.

Με άλλα λόγια, το εθνικό, όταν αφορά τη διασφάλιση της κυριαρχίας και όχι μια επιθετική, σωβινιστική πολιτική αποτελεί προϋπόθεση του λαϊκού και επομένως και του ταξικού. Η διαφάλιση της επικράτειας και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτή δεν αφορά μόνο την όποια αστική τάξη. Αφορά και -ακόμα περισσότερο- τα λαϊκά εκείνα στρώματα που θέλουν και δικαιούνται να έχουν μια πατρίδα κυρίαρχη, όχι μόνο για ταυτοτικούς, συμβολικούς αλλά και για υλικούς λόγους.

Σε αυτό το πλαίσιο η υπεράσπιση εθνικού και λαϊκού καθίσταται βασικό διακύβευμα, ιδίως σήμερα που η ελληνική αστική τάξη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι αρνούνται και αδυνατούν να υπερασπιστούν τα συμφέροντα και τα δίκαια της χώρας και άρα και του λαού, στο πλαίσιο του ευρωατλαντισμού, του κατευνασμού και της δορυφοριοποίησης εν τέλει από την Τουρκία.

Ενόψει μιας πραγματικής απειλής στον Έβρο, στο Αιγαίο και στην Κύπρο που αφορά όχι μόνο την ΑΟΖ αλλά και διεκδίκηση εδαφών, η κυβέρνηση και τα περισσότερα αντιπολιτευόμενα κόμματα διεξάγουν “πασαρέλα” ενώπιον του πρέσβη των ΗΠΑ. Το δόγμα Τσίπρα- Κοτζιά- Καμμένου, με το οποίο Κίνημα Αλλαγής, ΝΔ κλπ δεν έχουν την παραμικρή διαφωνία, δεδομένου ότι συνιστά προέκταση της πολιτικής Σημίτη βασίζεται σε δύο επικίνδυνες φαντασιώσεις: πρώτον, ότι το “καρότο” της ΕΕ θα υποχρεώει την Τουρκία σε υποχωρήσεις από την επιθετικότητά της.  Δεύτερον, ότι οι ΗΠΑ θα διασφαλίσουν μια κάποια ηρεμία στην παραπάνω περιοχή, χωρίς να εκθέτουν “υπερβολικά” τις ελληνικές κυβερνήσεις και τις υποχωρήσεις που δέχονται.

Τϊποτε από τα δύο δεν ισχύει. Η ΕΕ ούτε μπορεί, ούτε και νοιάζεται να “συνετίσει” την Τουρκία. Τα ελληνικά σύνορα για την ΕΕ δεν είναι παρά αποθηκευτικός χώρος μεταναστών και προσφύγων.

Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να βλέπουν στην Τουρκία το βασικό τους σύμμαχο στην περιοχή, παρά τα υπαρκτά, ανάμεσά τους προβλήματα. Όπως το ’74 με την Κύπρο και όπως με τους Κούρδους, θα “επιβραβεύσουν” την πειθήνια υποταγή και τη μονοδιάστατη εξωτερική πολιτική με μια μοιρασιά στη βάση των τετελεσμένων της Τουρκίας. Ακόμα και η έλευση της Exxon Mobile-  μάλλον τεμαχισμό της κυπριακής ΑΟΖ σηματοδοτεί, παρά υπεράσπισή της.

Για να το θέσουμε σχηματικά: με τον ίδιο τρόπο που ο ελληνικός λαός ξύπνησε άσχημα και απότομα από τη φαντασίωση της προστασίας του από την οικονομική κρίση λόγω του ευρώ, τώρα ξυπνάει -ίσως και περισσότερο- άσχημα από την ψευδαίσθηση ότι ο ευρώ- ατλαντισμός διασφαλίζει τα σύνορά του και την ειρήνη του. Ότι αρκεί να γίνει η ελληνική αστική τάξη, ο “τραπεζίτης” και  ο πορτιέρης των Βαλκανίων στην ΕΕ για να διασφαλιστεί η ειρήνη και η εξωτερική κυριαρχία τη χώρας.

Σήμερα λοιπόν, σοσιαλιστές και κομμουνιστές- και επομένως κατεξοχήν η ΛΑΕ- οφείλουν έμπρακτα, με σαφή προγραμματικό λόγο να συνδέσουν το εθνικό και το λαϊκό.

Πρώτον χρειάζεται ένα πλέγμα βραχυπρόθεσμων πολιτικών: γρήγορο χτίσιμο μιας πολυδιάστατης, εξωτερικής πολιτικής, ενίσχυση της άμυνας της χώρας, τόνωση του ηθικού του λαού, ανατροπή της πολιτικής κατευνασμού με μια πολιτική ισοδύναμου τετελεσμένου και ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδας- Κύπρου, άνοιγμα στη Μ. Ανατολή, αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με τη Συρία. Σε αυτό το πλαίσιο μάλιστα, τα άμεσα βήματα αποκατάστασης και περαιτέρω ενίσχυσης του βιοτικού επιπέδου του λαού στο πλαίσιο ενός μεταβατικού προγράμματος αποκτούν νέα σημασία. Τα παραπάνω δεν πρέπει να αποτελούν σπασμωδικές κινήσεις αλλά τμήματα ενός μεθοδικού σχεδίου αποτροπής, συνοδευόμενου από ένα ουσιαστικό κάλεσμα ειρήνης. Τα καλέσματα ειρήνης ωστόσο οφείλουν να βασίζονται όχι σε φαντασιώσεις αλλά στα πραγματικά δεδομένα και στην υποχρέωση σεβασμού της κρατικής κυριαρχίας και αυτοδιάθεσης.

Δεύτερον απαιτούνται μέσο- μακροπρόθεσμες πολιτικές. Η Ελλάδα πρέπει να δομήσει στρατηγικές συμμαχίες με σειρά τοπικών, περιφερειακών και παγκοσμίων δυνάμεων, όχι ζητώντας δανεικά, ούτε εκχωρώντας την κυριαρχία της αλλά ως σοβαρός συνομιλητής, με τα δικά της, ειδικά πλεονεκτήματα. Προϋπόθεση όποιας αξιόπιστης αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής είναι μια πορεία ουσιαστικής οικονομικής, κοινωνικής και δημογραφικής ανάπτυξης. Και επιπλέον, η αποκατάσταση μιας σοβαρής και συνάμα ριζοσπαστικής ηγεσίας στο κοινωνικό και κυβερνητικό επίπεδο.

Την ώρα που οι απειλές κατά της χώρας και του λαού πυκνώνουν, η ΛΑΕ οφείλει να πρωταγωνιστήσει με θέση για ενιαία, εθνική- λαϊκή γραμμή, λόγο, πρωτοβουλίες και δράση, όχι στη βάση του χαμηλότερου κοινού παρανομαστή αλλά των αναγκαίων πολιτικών για μια ελεύθερη και ειρηνική Ελλάδα.

ΠΗΓΗ: ISKRA


Αρέσει σε %d bloggers: