1981 – 2018 Ελλάδα, Ε.Ο.Κ. και ευρωζώνη : Πορείες αδιέξοδες, ασύμβατες και ολέθριες.

Γράφει ο Τάσος Αναστασόπουλος
Η διαχρονική αγνόηση της ιδιοπροσωπείας της ελληνικής οικονομίας, η παρούσα τραπεζική κρίση, η κατακρήμνιση των επενδύσεων και η ανάγκη εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη και την «Ευρωπαϊκή Ένωση».

2014 – 2017 Τα «καθαρά» ελλειμματικά αποτελέσματα των ελληνικών κρατικών προϋπολογισμών και της Κεντρικής Διοίκησης. Ο Δημήτρης Καζάκης δημοσίευσε, στον μπλογκ του αυτό το σχήμα, το οποίο, όπως λέει, προέρχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος του Γιάννη Στουρνάρα και το οποίο, εάν απεικονίζει την πραγματικότητα – κάτι για το οποίο δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω, αφού περιγράφει αυτό, που, πάντοτε, υποψιαζόμουν – καταρρίπτει τον μύθο των πρωτογενών πλεονασμάτων των κρατικών προϋπολογισμών, που έχουν προπαγανδίσει οι κυβερνήσεις των σαμαροβενιζέλων και των τσιπροκαμμένων. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους, που η χώρα βρίσκεται, ακόμη, κάτω από το καθεστώς των Μνημονίων, με το 4ο, στην σειρά, «ντροπαλό» Μνημόνιο να βρίσκεται, στα στάδιο της εφαρμογής, ενώ η σοβούσα τραπεζική κρίση είναι πολύ πιθανό να το μετατρέψει, από «ντροπαλό», σε φανερό και απροσχημάτιστο, εάν η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα υποχρεωθεί, προκειμένου να αποφύγει ένα κούρεμα των τραπεζικών καταθέσεων, να προσφύγει, στον E.S.M., για δανεισμό ενός ποσού της τάξεως των 10, με 15 δισ. €, το οποίο, στα πλαίσια του 3ου Μνημονίου, ήταν διαθέσιμο, με ένα επιτόκιο της τάξεως του 1%, αλλά γύρισε πίσω, στον E.S.M., επειδή η ελληνική κυβέρνηση δεν ήθελε να το δανειστεί, με την υπογραφή ενός νέου φανερού Μνημονίου. Έτσι, οι, αμέσως, προσεχείς μέλλουσες εξελίξεις πρόκειται να είναι πολύ ενδιαφέρουσες, αφού το αφελληνισμένο τραπεζικό σύστημα της χώρας, όντας, ουσιαστικά, αποκλεισμένο, λόγω των βαρύτατων επισφαλειών του, από την διεθνή διατραπεζική αγορά, υποχρεώνεται να δανειστεί, με απαγορευτικά επιτόκια, ύψους 12%.

Ότι τα πράγματα, στην ελληνική οικονομία, πάνε από το κακό, στο χειρότερο, όσο περνάει ο καιρός και παρά τις προπαγανδιστικές κυβερνητικές πανηγυρολογίες, γίνεται πασιφανές και πασίδηλο. Η συμπτωματολογία της συνέχισης της ελληνικής οικονομικής κρίσης μπορεί, στην παρούσα φάση, να εντοπίζεται, στην εντεινόμενη πτώση του κατρακυλήσαντος, εδώ και πολλά έτη, χρηματιστήριου και στην κατάρρευση των μετοχών των συστημικών τραπεζών, αλλά το πρόβλημα δεν εξαντλείται, σε αυτά τα φαινόμενα, όπως και δεν σταματά, στην επίμονη άρνηση της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας να χαμηλώσει τα επιτόκια δανεισμού του ελληνικού δημοσίου.

Το πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται, στο ότι δεν αναγνωρίζεται και δεν λαμβάνεται υπόψη, σε όλους τους υπολογισμούς των μέτρων, που λαμβάνονται, γι’ αυτήν, η ιδιαιτερότητά της, ως μια οικονομία, η οποία στηρίζεται, στους αυτοαπασχολουμένους και στην μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, γεγονός το οποίο, εκ των πραγμάτων δημιουργεί έναν μεγάλο όγκο μη εμπορεύσιμων αγαθών, που καθιστούν την οικονομία αυτή εσωστρεφή και μη ανταγωνιστική, σε μια πολύ μεγάλη γκάμα προϊόντων και υπηρεσιών.

Η είσοδος της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ, το 1981, υπήρξε το πρώτο βήμα αυτού του ιδιότυπου ετσιθελικού και συνάμα, ζημιογόνου βολονταρισμού, που επέδειξαν η εντόπια «ευρωπαϊστική» πολιτικοοικονομική ελίτ, με επί κεφαλής τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και – δευτερευόντως – της Γερμανίας (η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση του καγκελάριου Helmut Schmidt αντιστάθηκε, όσο μπορούσε, εκείνη την εποχή, να αντισταθεί, στην είσοδο της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., αλλά δεν μπορούσε να επιμείνει, με βάση τις ισορροπίες που επικρατούσαν, στην Κοινότητα  αφού ο, τότε, πρόεδρος του γαλλικού κράτους Valéry Giscard d’Estaing, όχι άνευ οφέλους, πήρε επάνω του την υποστήριξη του αιτήματος του, τότε, πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, για την είσοδο της χώρας μας, στην Κοινότητα).

Με τον τρόπο αυτόν, ξεκίνησε, με πρωτεργάτες τον παλαιό ηγέτη της συντηρητικής παράταξης του τόπου μας (ο οποίος έχοντας πλήρη γνώση της ασυμβατότητας της ελληνικής οικονομίας, με εκείνη των οικονομιών της Ε.Ο.Κ., έριξε, στα βαθιά, την οικονομία αυτή και την ελληνική κοινωνία και είναι ο βασικός υπαίτιος της στρατηγικής ήττας και του ολέθρου, στον οποίο οδηγήθηκε η χώρα) και την νομενκλατούρα της Νέας Δημοκρατίας, η μακρά πορεία της Ελλάδας, προς την καταστροφική κατάσταση, στην οποία βρισκόμαστε σήμερα. Μια πορεία, η οποία δεν ήταν αναπότρεπτη. Μπορούσε να μην οδηγήσει την χώρα μας, στην τωρινή κατακρήμνιση. Η ελληνική οικονομία θα μπορούσε με χαμηλότερους, ή υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης (και πάντως, πολύ χαμηλότερους, από το εάν δεν είχε εισχωρήσει, στην Ε.Ο.Κ., όπως έχουμε αναφέρει, αρκετές φορές – δείτε το δημοσίευμα, στο παρόν μπλογκ, με τίτλο : 1970 – 2008 Ελλάδα – «Ευρωπαϊκή Ένωση» – Ευρωζώνη : Η μαθηματική καταγραφή της καταστροφής, που υπέστη η ελληνική οικονομία, από την ένταξή της στην ΕΟΚ και στην ευρωζώνη, μέσα από την syntheticcounterfactual (SCM) οικονομετρική μελέτη των N. Campos, F. Corricelli και L. Moretti. ), να φυτοζωήσει, μέσα στην Κοινότητα. Χρειαζόταν και η ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, που ήταν ένα «επίτευγμα» του Κώστα Σημίτη και των ελαφρής νόησης «εκσυγχρονιστών» του, για να φθάσουμε, στα σημερινά χάλια, τα οποία δεν έχουν ορατό σταματημό.

Αυτό, που παρουσιάστηκε, με την ένταξη της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., ήταν η πλήρης εξασθένιση της ελληνικής βιομηχανίας, η οποία, παρά τα όσα λέγονται, δεν ήταν αναξιόλογη. Κάθε άλλο. Και φυσικά, αυτή η εξασθενισμένη βιομηχανία, με την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, κατέρρευσε. Παράλληλα, διογκώθηκε ο τομέας των υπηρεσιών, με αποτέλεσμα την πτώση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι έχασε ένα μεγάλο μερίδιο των διεθνών αγορών, όπως και ένα πολύ μεγαλύτερο μερίδιο της εσωτερικής αγοράς, αφού, σταδιακά, έμεινε απροστάτευτη, από τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό και με την είσοδο στην ευρωζώνη, το φαινόμενο αυτό κατέστη ανεξέλεγκτο, μαζύ με την τεράστια διόγκωση του ελληνικού δημόσιου (και λιγότερο του ιδιωτικού) χρέους, το οποίο δεν μπορούσε, πλέον, να εξυπηρετηθεί, αφού, από δραχμικό, που, στην μεγίστη πλειοψηφία του, ήταν, μετετράπη, σε ένα χρέος σε ευρώ. Δηλαδή, κατ’ ουσίαν, σε ένα χρέος, σε ξένο νόμισμα, του οποίου τον έλεγχο, πλέον, δεν τον είχε η ελληνική κυβέρνηση, η οποία έχασε το προνόμιο του seigniorage, αλλά η τραπεζιτική γραφειοκρατία της Φραγκφούρτης.

Μάλιστα, τα πράγματα χειροτέρευσαν, διότι, πέραν του γεγονότος ότι ο τομέας των υπηρεσιών, έχει χαμηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα, η ύπαρξη των μη εμπορεύσιμων αγαθών, τα οποία και αυτά διογκώθηκαν, ενέτεινε το πρόβλημα και κατέστησε την όλη διαδικασία έναν φαύλο κύκλο, ο οποίος αποκτούσε τεράστια δυναμική, με την μαζική εισβολή των φθηνών ξένων προϊόντων και την μεγάλη διαφυγή κεφαλαίων, στο εξωτερικό, αφού έπαυσε να υπάρχει οποιοδήποτε φραγμός στην κίνηση των κεφαλαίων.

Όπως και άλλες φορές έχουμε πει, η κατάρρευση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, μετά την είσοδο της χώρας, στην ευρωζώνη, οφείλεται, στην εγκατάλειψη του μαλακού εθνικού νομίσματός μας και στην υιοθέτηση του ανελαστικού ευρώ, το οποίο, παρά το γεγονός ότι εμφανίζεται, ως νόμισμα, στην πραγματικότητα, λειτουργεί, ως ένας, περίπου, παγωμένος και πάντως, σε κάθε περίπτωση, ανελαστικός μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Έτσι, όταν η Ε.Κ.Τ., εγκατέλειψε την ισοτιμία του 1,00 €, έναντι 0,80 $, που βρισκόταν, στα ανεκτά όρια της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και την αντικατέστησε με την ισοτιμία του 1,00 €, έναντι 1,40 $, η οποία, στην διάρκεια της ελληνικής κρίσης, το 2010, έφθασε και το 1,00 €, έναντι 1,60 $ και η οποία συναλλαγματική ισοτιμία, εδώ και χρόνια, κατασταλάζει, στο 1,00 €, προς 1,10 $, ήταν, απολύτως, φυσικό αυτή η κίνηση, η οποία αποτελεί συστηματική πολιτική της Ε.Κ.Τ. και συστημικά, αναγκαία, για την ευρωζώνη, ως νομισματική ένωση (και για την γερμανική μπατιροτραπεζοκρατία, αλλά και για την τεράστια εξαγωγική βιομηχανία της Γερμανίας, η οποία συνόδευσε αυτή την κίνηση της Ε.Κ.Τ., με την διαρκή καθήλωση των μισθών των εργαζομένων, στην χώρα της, εντείνοντας, στο έπακρο, το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα, αφού, ήδη – και μόνο – αυτά τα επίπεδα των συναλλαγματικών ισοτιμιών του ευρώ και του αμερικανικού δολλαρίου της δίδουν ένα τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, διότι, με αυτόν τον τρόπο, το ευρώ λειτουργεί, ως υποτιμημένο υποκατάστατο του μάρκου, του οποίου η συναλλαγματική ισοτιμία – το περίφημο «γερμανικό ευρώ» – θα κυμαινόταν, στο 1,00 έναντι 1,88 του δολλαρίου) να επιταχύνει, με ιλιγγιώδεις ρυθμούς την κατάρρευση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και πρώτ’ απ’ όλα, της ελληνικής παραγωγής.  

Όταν ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και ακολούθησε η βαθιά οικονομική ύφεση, που έπληξε όλες τις οικονομίες του αναπτυγμένου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, η Ελλάδα βρέθηκε, καταχρεωμένη, από την θηριώδη τοκογλυφική διάσταση ενός δημόσιου χρέους, το οποίο δεν μπορούσε να εξυπηρετηθεί, με ένα όχι ασήμαντο δημοσιονομικό έλλειμμα (το οποίο, υπό φυσιολογικές συνθήκες, έφθανε, μέχρι το 10% του ελληνικού ΑΕΠ και πάντως, δεν ήταν αυτών των διαστάσεων, που παρουσίασαν, υπό την καθοδήγηση του Walter Radermacher της Eurostat, η κυβέρνηση του ΓΑΠ και ο Ανδρέας Γεωργίου της ΕΛΣΤΑΤ) και με μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα, που, υπό το καθεστώς των κανόνων και των λειτουργούντων θεσμών μιας νομισματικής ένωσης, σαν την ευρωζώνη, δεν μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν. Κάτω από το βαρύ κτύπημα αυτής της μακροοικονομικής δυναμικής, ήταν που οδηγήθηκαν, το ελληνικό κράτος και η ελληνική οικονομία, στην χρεωκοπία του 2010 και όχι, φυσικά, εξ αιτίας του υποτιθέμενου «κακού δημοσίου» – χωρίς, φυσικά, αυτό να σημαίνει ότι το ελληνικό δημόσιο δεν είχε αδυναμίες, τις οποίες, προφανώς, είχε, αλλά δεν ήσαν αυτές, που ενεργοποίησαν αυτήν την μακροοικονομική δυναμική, για την οποία κάνουμε λόγο.

Ως εκ τούτου, η αλήθεια είναι μία και μόνη :

Το ευρώ, ως νόμισμα, οδήγησε την Ελλάδα, σε μια τεράστια στρατηγική ήττα, που επέφερε μια τεράστια καταστροφή, στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, επειδή υπήρξε μια μεγάλη παγίδα, η οποία λειτούργησε, ως Προκρούστης, αγνοώντας την δομική ιδιοσυστασία τους, η οποία, εντός της νομισματικής ένωσης, κατέληξε να παρουσιάζεται, ως ένα σύνολο βαθύτερων δομικών αδυναμιών, το οποίο, κατά τον Poul Tomsen, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί, επειδή η Ελλάδα είναι τελειωμένη υπόθεση.

Βλακείες (λέει ο Tomsen).

Η Ελλάδα, ως οικονομία και κοινωνία, έχει την δική της ιδιοσυστασία, η οποία αγνοήθηκε, από τον παλαιό Κωνσταντίνο Καραμανλή, από την, τότε, ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας και από την πολιτική ηγεσία των χωρών της Ε.Ο.Κ. (και για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να πούμε ότι η ευρωγραφειοκρατία εκείνης της εποχής είχε εκφράσει τις αντιρρήσεις της, στην είσοδο της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., έχοντας εντοπίσει τα τεράστια προβλήματα, που υπήρχαν, αλλά αγνοήθηκε).

Αυτή η ιδιοσυστασία εξακολούθησε να αγνοείται και από τον Κώστα Σημίτη και τους «εκσυγχρονιστές» του, όταν αυτοί αποφάσισαν και κατάφεραν, με διάφορους πλάγιους τρόπους, οι οποίοι, όπως έχει καταγγελθεί, δεν ήσαν, πάντοτε, σύννομοι, να εντάξουν την Ελλάδα, στην ευρωζώνη, ψευδολογώντας, ενώπιον του ελληνικού πληθυσμού, για το «καλό» μέλλον, που επιφύλασσε η ένταξη της Ελλάδας, στην Ο.Ν.Ε. και υποσχόμενοι διάφορες παροχές, οι οποίες, εντός της ευρωζώνης δεν μπορούσαν να υποστηριχθούν και να ανθέξουν, σε μεσοπρόθεσμη βάση. (Χαρακτηριστική είναι η παραπάνω αφίσα, από την προεκλογική εκστρατεία του ΠΑΣΟΚ, στις βουλευτικές εκλογές της 9/4/2000, όταν, η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, με τον Γιάννο Παπαντωνίου, ως υπουργό Οικονομικών, είχε, μόλις, κυρώσει, στην προηγούμενη βουλή, την ένταξη της χώρας, στην ευρωζώνη και υποσχόταν λαγούς, με πετραχείλια).

Και φυσικά, αυτή η ιδιοσυστασία της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να αγνοείται, από τις εντόπιες «ευρωπαϊστικές» ελίτ, οι οποίες επιμένουν, στα ίδια και τα ίδια, μιλώντας, για την «πάταξη της διαφθοράς», η οποία, κατά τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Σταύρο Δρακόπουλο, που μίλησε, στην γερμανική εφημερίδα «Frankfurter Allgemeine Zeitung», ταυτίζεται, με την φοροδιαφυγή και προξενεί δυσαρέσκεια, στον πληθυσμό.  

(Πού να φανταστεί ο κ. καθηγητής ότι δεν είναι αυτού του είδους η διαφθορά, που προξενεί την δυσαρέσκεια του πληθυσμού, αλλά η – πραγματική ή/και εικονική – προσπάθεια καταστολής της, αφού, η ελληνική οικονομία, ως μια ελλειμματική οικονομία αυτοαπασχολουμένων και μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, έχει ουσιαστικά λειτουργικά στοιχεία, για την τροφοδότηση της παραγωγικής και της αναπτυξιακής διαδικασίας, την φοροδιαφυγή, ως κύριο μοχλό της και την άσκηση του κρατικού δικαιώματος του seigniorage, ως μηχανισμό εξισορρόπισης, για τα ελλείποντα κρατικά έσοδα – αν και το πιο πιθανό είναι ότι όλα αυτά τα γνωρίζει, αλλά, μιλώντας στην FAZ, λέει όσα λέει, προκειμένου να χαϊδέψει τα αυτιά των συνομιλητών του. Και αυτό το λέω, επειδή ο ίδιος άνθρωπος, ορθότατα, ισχυρίζεται ότι η δυσαρέσκεια των πολιτών οφείλεται και στην ραγδαία επιδείνωση των μακροοικονομικών μεγεθών του ΑΕΠ και της ανεργίας, φαινόμενα που, ως προς το τεράστιο μέγεθός τους, είναι ασυνήθιστα, στον αναπτυγμένο κόσμο και απαντώνται, μόνο, σε πολεμικές περιόδους).

Με δεδομένη την αγνόηση των ιδιαιτεροτήτων της ελληνικής οικονομίας, από τις εντόπιες «ευρωπαϊστικές» ελίτ, από τις κυβέρνήσεις των χωρών της ευρωζώνης, από την μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ., από την ευρωγραφειοκρατία και την αντίστοιχη γραφειοκρατία του Δ.Ν.Τ., η καταστροφή της χώρας μας αποτελεί ένα φυσικό επακόλουθο, αφού η μόνη «λύση», που έμενε, ήταν η εφεύρεση και η εφαρμογή των Μνημονίων, τα οποία, καλά, κρατούν, μέχρι τις ημέρες μας.

Από την στιγμή, που όλοι αυτοί οι παράγοντες αποφάσισαν την παραμονή της Ελλάδας, στο ευρώ, η αντιμετώπιση της οξύτατης ελληνικής κρίσης, με την σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας, μέσα από την επιβολή της φτώχειας, ήταν και αυτή δεδομένη. Αλλά, όπως έχει πει, πολύ σωστά, ο John Maynard Keynes, η φτώχεια είναι πολύ κακός σύμβουλος, για την γρήγορη ανάπτυξη. 

Παρά ταύτα, μέχρι τώρα, όπως φαίνεται και από το αρχικό γράφημα, που αναδημοσιεύω, με το παρόν κείμενο, δεν τα έχουν καταφέρει να εξαλείψουν το ελληνικό δημοσιονομικό έλλειμμα, παρά την ραγδαία μείωση των κρατικών δαπανών και την βαριά φορολογία. Τα μέτρα αυτά, που συνοδεύτηκαν από την δραματική μείωση των μισθών και των συντάξεων, σάρωσαν την εσωτερική ζήτηση και συρρίκνωσαν το εξωτερικό έλλειμμα, χωρίς να υπάρξει ουσιαστική διαγραφή του δημόσιου χρέους της χώρας.

Τα Μνημόνια, όμως, δεν αντιμετώπισαν και ουσιαστικά, δεν ενδιαφέρθηκαν να αντιμετωπίσουν τα περιγραφόμενα, ως δομικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Και αυτό συνέβη, επειδή η αντιμετώπιση αυτών των – υποτιθέμενων – δομικών προβλημάτων απαιτεί ένα πακτωλό επενδύσεων, τον οποίο οι ευρωθεσμοί και οι δανειστές θα έπρεπε να διαθέσουν. Αυτοί, όμως, έφεραν τα Μνημόνια, για να σώσουν τις ευρωπαϊκές τράπεζες, από την κατάρρευση και για να ισορροπήσουν τους ελληνικούς προϋπολογισμούς, προκειμένου, στην συνέχεια, να μπορούν να εισπράττουν τα χρεωστούμενα. Δεν έφεραν τα Μνημόνια, για να επενδύσουν.

Ως εκ τούτου, τα Μνημόνια (και το 4ο Μνημόνιο, που τώρα, διανύουμε και το οποίο οι συντάκτες του, όπως έχουμε πει, ντρέπονται να το αποκαλέσουν, με το όνομά του) εξαναγκάζουν τον πληθυσμό της χώρας να υφίσταται μια αφύσικη και εξωπραγματική λιτότητα, όχι, μόνο, μέχρι το 2022, αλλά μέχρι το 2060 – και βλέπουμε -, προς χάριν της εξυπηρέτησης του ογκώδους και μη εξυπηρετίσιμου ελληνικού δημόσιου χρέους. 

2009 – 2018 : Η αδιέξοδη πορεία και επαναλαμβανόμενη κατάρρευση της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας (των νομισματικών πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως, κατ’ ευφημισμό, ονομάζονται).

Με αυτόν τον τρόπο, συρρικνώθηκε η κατανάλωση, η βιομηχανία σαρώθηκε, η γεωργία παραμένει μη ανταγωνιστική, οι τράπεζες εξακολουθούν να είναι ζόμπυ, αφού, πάνω από το 45% των ενεργητικών τους είναι «κόκκινα» δάνεια, με αποτέλεσμα την μείωση των χορηγούμενων πιστώσεων, η καθαρή αποταμίευση, σε μια πτωχή, πλέον, Ελλάδα, είναι αρνητική, η παραγωγικότητα της εργασίας μειώνεται, η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, έχει παύσει, εδώ και 5 χρόνια, να προοδεύει και οι επενδύσεις, μετά από μια θηριώδη πτώση, παραμένουν, περίπου, καθηλωμένες.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η απαραίτητη καύσιμη ύλη, για την προώθηση της αναπτυξιακής διαδικασίας δεν υπάρχει, αφού, στην ελληνική οικονομία, δεν μπορεί να δημιουργηθεί και δεν μπορεί να εισρεύσει νέο κεφάλαιο. Και φυσικά, η φυγή της ταλαντούχου και εκπαιδευμένης νεολαίας, στο εξωτερικό, επειδή δεν δημιουργούνται, μαζικά, νέες θέσεις εργασίας, ενώ και αυτές που δημιουργούνται, υποκαθιστώντας τις προηγούμενες, είναι και κακοπληρωμένες και κακές, ως προς την ποιότητά τους, χειροτερεύει τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της ανάπτυξης.

Αυτό, που βγαίνει, ως συμπέρασμα είναι ότι, στην περίπτωση της Ελλάδας, το ευρώ και η λιτότητα σκοτώνουν την ανάπτυξη.

Ως εκ τούτου, για να μπορέσει η ελληνική οικονομία να εξέλθει από την πολυετή και βαρύτατη οικονομική κρίση, στην οποία έχει ριφθεί και για προχωρήσει η είσοδός της, σε μια ταχύτατη οικονομική ανάπτυξη πρέπει να προχωρήσει, σε ταχύτατες και μαζικές δημόσιες επενδύσεις, ανοίγοντας τον δρόμο και για τις αντίστοιχες ιδιωτικές. Αλλά αυτό προϋποθέτει ότι πρέπει να τεθεί, στην άκρη, η λιτότητα και οι στόχοι, για πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ. Με αυτόν τον τρόπο, θα αναταχθούν, πολύ γρήγορα, οι επενδύσεις, θα μειωθεί, ταχύτατα, η ανεργία, θα αυξηθεί η κατανάλωση και θα αυξηθεί, επίσης, το εισόδημα των νοικοκυριών και κατ’ επέκταση και το εθνικό εισόδημα.

Αυτό είναι το βασικό μακροοικονομικό υπάβαθρο, για μια μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, η οποία βέβαια, δεν μπορεί να στηριχθεί, μόνο, στην τόνωση της εσωτερικής ζήτησης. Θα απαιτηθεί και η προστασία της εγχώριας παραγωγής, από τον ευρωπαϊκό και τον διεθνή ανταγωνισμό. Και φυσικά, όλα αυτά θα απαιτήσουν την στήριξη της εγχώριας βιομηχανίας και την πλήρη ανασυγκρότησή της, μέσα από έναν μαζικό προσανατολισμό των επενδύσεων, σε αυτή την κατεύθυνση, προκειμένου να δημιουργηθούν οι βάσεις, για μια οργανωμένη, συστηματική και στέρεη, μακροπρόθεσμα, αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. 

Παρά την τεράστια φιλολογία, περί προσέλκυσης (και μάλιστα, μαζικής!) ξένων επενδύσεων, στην ελληνική οικονομία, μια φιλολογία η οποία αποτελεί μια καταιγιστική προπαγάνδα της εντόπιας «ευρωπαϊστικής» ελίτ και των ξένων δανειστών, η πραγματικότητα είναι πολύ πεζή, αφού η ελληνική οικονομία, αυτόν τον καιρό, αθροίζει ένα ποσόν, ακαθάριστων επενδύσεων της τάξεως των 22 δισ. €, από ένα ποσόν, το οποίο, πριν την κρίση του 2009-2010, έφθανε, στα 60 δισ. €.

Το «όνειρο» των φιλολογούντων, περί των μαζικών ξένων επενδύσεων, στην Ελλάδα, είναι ένα απατηλό όνειρο. Αν πάρουμε, για παράδειγμα την γειτονική μας Τουρκία, με μια δυναμική αποταμίευση ίση, με το 25,8% του τουρκικού ΑΕΠ, με συνολικές επενδύσεις ίσες με το 28,6% του τουρκικού ΑΕΠ και με προσέλκυση νέων ξένων επενδύσεων, οι οποίες, την τελευταία πενταετία, ισορροπούν, κατά μέσο όρο, στα 11,5 δισ. € και αντιλαμβανόμενοι την τεράστια απόκλιση των μεγεθών των δύο χωρών, οδηγούμαστε, στο συμπέρασμα, ότι όλη αυτή η φιλολογία, για τις ξένες επενδύσεις, που υποτίθεται ότι θα σώσουν την ελληνική οικονομία, είναι αστεία. 

Όσοι τα λένε αυτά δεν έχουν (ή, το ορθότερον, υποτίθεται ότι δεν έχουν) των μεγεθών. Και φυσικά δεν έχουν (ή, υποτίθεται ότι δεν έχουν) επίγνωση της κατάστασης των παγκόσμιων αγορών του χρήματος. Καμμία ξένη επένδυση δεν πρόκειται να σώσει την χώρα.

Η αναπτυξιακή διαδικασία, στην ελληνική οικονομία, θα επανέλθει και θα αποκτήσει γοργούς ρυθμούς, μόνο μέσα από την ίδια την χώρα και τις δικές της δυνάμεις, στηριζόμενη σην εσωτερική ζήτηση και τις εσωτερικές επενδύσεις. Πρώτ’ απ’ όλα, δημόσιες και από κοντά και ιδιωτικές.

Έτσι η ελληνική οικονομία και κοινωνία χρειάζεται σαφή, οργανωμένη και φυσικά πρσανατολισμένη και στοχευμένη πολιτική, για την βιομηχανία, η οποία θα βάλει, στην άκρη, την ανάπτυξη των υπηρεσιών, στηριζόμενη, στην κρατικοποίηση και στην πλήρη αναδιάρθρωση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, προκειμένου να ανορθωθεί η εσωτερική αποταμίευση, η οποία, προφανώς, θα πρέπει να προσανατολισθεί, στην χρηματοδότηση αυτής της βιομηχανικής ανασυγκρότησης.

 Προφανώς, όλα αυτά δεν μπορούν να γίνουν, με το ευρώ. Και πιθανότατα, δεν μπορούν, πλέον, να γίνουν, ούτε με την «Ευρωπαϊκή Ένωση».

Όλα αυτά, βέβαια δεν είναι καινούργια. Έχουν γραφεί και σε άλλες μακρινές, από τους καιρούς μας, εποχές και ως εκ τούτου, ουδείς από την εντόπια ελίτ, μπορεί να επικαλεσθεί άγνοια των δεδομένων. Ας θυμηθούμε τον παλαιό πρύτανη του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου και βουλευτή της Ε. Δ. Α. Νίκο Κιτσίκη και όσα  αυτός έγραψε, το 1962, για τις μελλοντικές εξελίξεις, που θα ακολουθούσαν την ένταξη της Ελλάδας, στην Ε. Ο. Κ. :

» Σήμερα ακόμη, πολλοί δεν γνωρίζουν ότι η θύελλα της Κοινής (Ευρωπαϊκής) Αγοράς θα ξερριζώση τα αγροτικά νοικοκυριά, θα παρασύρη και θα εξαφανίση βιομηχανίες, θα συντρίψη βιοτεχνίες, θα πλήξη θανάσιμα τα μεσαία στρώματα, θα δημιουργήση εξοντωτικό ανταγωνισμό των Ελλήνων επαγγελματιών, με τους ξένους, στους οποίους θα ανοίξουμε διάπλατα τις πόρτες, θα σκλαβώση την Χώρα μας, στο ξένο κεφάλαιο, με απροσμέτρητες συνέπειες, θ’ αυξήση, ακόμα περισσότερο, το μεγάλο έλλειμμα του εμπορικού μας ισοζυγίου, θα μεταβάλη την μετανάστευσιν … σε πανικό φυγής, από την πατρίδα  μας, που θα γίνεται, ημέρα με την ημέρα, πτωχότερη, γιατί θα παράγη λιγώτερα, αφού δεν θα μπορή να ανθέξη, στον γεωργικό και βιομηχανικό ανταγωνισμό, αλλά θα κατακλυσθή από τα ξένα προϊόντα.... 

Είναι βεβαίως αληθές ότι η σύστασις τελωνειακής ενώσεων, μεταξύ Χωρών διαφόρου οικονομικής και τεχνικής αναπτύξεως εμπερικλείει σοβαρούς κινδύνους αναστολής της οικονομικής προόδου, ακόμη δε και υποχωρήσεις, προς κατώτερα επίπεδα εισοδήματος και απασχολήσεως, δια την ασθενεστέραν και ολιγώτερον ανεπτυγμένην εξ αυτών….

Η συμμετοχή, εις την Κοινήν (Ευρωπαϊκήν) Αγοράν είναι συμμετοχή, εις ένα σκληρότατον αγώνα ζωής και θανάτου…..

Όταν μια καθυστερημένη Χώρα εισέρχεται, εις την ίδιαν οικονομικήν οικογένεια, με Χώρες ανεπτυγμένες, θα εκτεθή, εις βαρύτατον κίνδυνο». 

Μάλιστα  σε μια εγκύκλιο της Εθνικής Τραπέζης, την οποία αναφέρει ο Νίκος Κιτσίκης, έχει καταγραφεί το εξής :

«Με την αποφασισθείσαν εισδοχήν της Ελλάδος, εις την Ευρωπαϊκήν Κοινήν Αγορά, αι διάφοροι επιχειρήσεις της Χώρας μας θα υποστούν τον αντίκτυπον της σημαντικής αλλαγής των συνθηκών.

Δια της εισόδου μας, εις την Κοινήν Αγορά, ανελάβομεν την υποχρέωσιν βαθμιαίας άρσεως των προστατευτικών δασμών.

Είναι ευνόητον ότι, υπό καθεστώς ελευθέρου ανταγωνισμού, εντός του ευρυτέρου χώρου της Κοινής Αγοράς, αι βιομηχανίαι και αι βιοτεχνίαι της Χώρας μας δεν θα δυνηθούν άπασαι να διατηρηθούν, μάλλον περιωρισμένος αριθμός τούτων θα δυνηθή να επιβιώση, συγκεκριμένως όσαι, ή είναι, ή θα δυνηθούν να καταστούν, εντός του παρεχομένου, δια της βαθμιαίας άρσεως των δασμών, χρόνου ανταγωνιστικαί, των αντιστοίχων επιχειρήσεων των λειτουργούν, εντός του χώρου της Κοινής Αγοράς». 

Οι αυταπάτες, στην οικονομία και στην πολιτική, ουδέποτε ήσαν χρήσιμες. Ούτε και τώρα, είναι. Αντιθέτως, μάλιστα, ήσαν, είναι και θα είναι ολέθριες. Αυτό συμβαίνει, όχι, μόνο, στην περίπτωση της Ελλάδας, αλλά και σε κάθε περίπτωση.

Αυτές τις αυταπάτες, που καλλιεργούνται, από την εντόπια «ευρωπαϊστική» ελίτ και τις λοιπές ελίτ των χωρών της ευρωζώνης, προσπάθησε να αναδείξει και να καταρρίψει το κείμενο αυτό.

Θέλω να πιστεύω ότι κατάφερε. 



Αρέσει σε %d bloggers: