Και συ Ελένη (Τοπαλούδη) και κάθε Ελένη…

Από Άρης Σκιαδόπουλος

Γειτονοπούλα μου… Που χοροπηδούσες όλη σου την ζωή στην αλάνα σ’ ένα σκοινάκι και κάθε σου πήδος ήταν  πρόσκληση στην χαρά. Που με συντρόφεψες στα όνειρα μου μ’ ένα τριαντάφυλλο στο χέρι. Δεν ήξερες ότι ο δρόμος θα’ ναι μακρύς, με χαλασιές και κακοτράχαλος.

Δεν ήξερες ότι στο διάβα της ζωής θα’ έβρισκες να σε παραφυλάει ο εφιάλτης. Έτσι καθώς μέστωνες και μετασχηματίζουν σε γυναίκα. Τότε που κάθε άντρας κυνηγάρης θα στην έχει στημένη σε κάποια απόμερη γωνία της ζωής. Έτσι τον μάθανε. Έτσι τον θέλει η κουλτούρα της σύγχρονης πατριαρχίας. Παιδαρά, γυμνασμένο φετοποιημένο, μάγκα κι εν πολλοίς, αγράμματο. Μοσχοαναθρεμμένο, με χάδια της μαμάκας, προορισμένος να κυριαρχεί πάνω στη γυναίκα και να μην σηκώνει μύγα στο σπαθί του. Ο,τι ακραίο κάμει, είναι “δες, λεβέντης, παλικάρι που μας έγινε. Φτου του μη να βασκαθεί”.

Εσύ είσαι η “γκόμενα”, η “μουνάρα”, το “ξέκωλο”, ανάλογα με την περίσταση. Η ελευθερία της κάθε σου επιλογής οριοθετείται από τα εκάστοτε κριτήρια του “αρσενικού“. Κι αν περνάς το δρόμο μ’ ένα μίνι ως εδώ, λένε “τι κωλάρα είσαι μανάρι μου” κι αν είσαι σύζυγος “πού θα πας μ’ αυτό το ξέκωλο μωρή;“. Μέχρι που σηκώνει το χέρι του να σε μαυρίζει στο ξύλο κι συ διπλωμένη στα δυο, ταπεινωμένη να γίνεσαι ένα με την απόγνωση.

Δεν τα’ ξερες αυτά όταν ξάνοιγες τα  μάτια ν’ ατενίσεις τη χαρά της ζωής παιδούλα ακόμα. Δεν περίμενες ότι το μέλλον σου επεφύλασσε έναν τύραννο να σε παραφυλάει. Να υπονομεύει την κάθε σου περπατησιά. Να σε ζαχαρώνει ο δάσκαλος κι ο καθηγητής και να σε αξιολογούν ανάλογα με την καύλα τους ο καθένας. Ύστερα, ο προϊστάμενος με το προγούλι να ξεχειλίζει χυδαιότητα και να σου’ ρχεται ξερατό. Κι αν δεν του κάτσεις, να ξέρεις πως δεν έχεις άλλη επιλογή από την ανεργία. Ειδικά αν σου έχει τύχει να’ χεις ένα παιδί.

Κι αν είσαι φοιτητριούλα, μακριά από το σπίτι κι όμορφη, δεν έχεις το δικαίωμα της επιλογής. Δεν ξέρεις πότε θα βρεθεί ο κανακάρης, ο γκόμενος ο “φετάκιας”, ο τζούντο και ο κουνγκ φου που θα σε στείλει και θα βρεθεί το κορμάκι σου στα βράχια μ’ ένα ηλεκτρικό σίδερο παραπέρα.

Τότε θα γίνεις άθυρμα σε πρωινάδικα, σε μεσημεριανάδικα και σε Τατιάνες και θα θρηνούν πάνω από το κουφάρι σου. Θα επιστρατευθούν, κοσμήτορες της ψυχολογίας, περισπούδαστοι σεξολόγοι, δαιμόνιοι ντέντεκτιβς και θα λένε “μια χαρά κορίτσι ήτανε με το χαμόγελο στα χείλη”. Αυτή είναι η κοινωνία κι μ’ αυτά τρέφεται. Μπροστά σε μια τηλεόραση, μασουλώντας πίτσα ανάμεσα σε μια διαφήμιση μακαρονιών, όπως λέει ο Μιτεράν στα Απομνημονεύματα του, εσύ και θα ‘σαι η είδηση.

Κι όταν οι εκπομπές παρέλθουν και οι κάθε λογής Τατιάνες κρουσθούν, εσύ θα ‘χεις μείνει μια παλιά φωτογραφία, μ’ ένα χαρωπό  προσωπάκι που άλλα σου υπόσχονταν η ζωή κι άλλα σου επιφύλαξε. Θα είσαι μια Ελένη αιωρούμενη σαν την ενοχή μας πάνω από κάθε μικρή μας επαρχία.

Ωστόσο, εσύ δίδαξες Πολιτισμό στην Ανθρωπότητα. Εσύ μ’ έθρεψες έμβρυο στα σπλάχνα σου. Πήρες το δάκρυ μου και το ‘καμες χαμόγελο. Οδήγησες τα πρώτα μου αβέβαια  βήματα στη ζωή. Έγινες καταφυγή μου στο πρώτο μου κλάμα. Υπήρξες η ερωμένη που μου δίδαξε την υπέρτατη αξία της ηδονής. Έδωσες περιεχόμενο στην ύπαρξη μου. Έδωσες αξία σε κάθε μου νίκη και  πρόστρεξες πρώτη στην ήττα μου.

Εσυ, Ελένη. Η κάθε Ελένη..


Αρέσει σε %d bloggers: