Ολοκαύτωμα: το χρέος της μνήμης

Γράφει ο Π. Σωτηρης.

Παραμονές της παγκόσμιας ημέρας μνήμης του Ολοκαυτώματος βεβηλώθηκε το μνημείο του εβραϊκού νεκροταφείου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ένα μνημείο που φτιάχτηκε για να θυμίζει ότι μέρος της Πανεπιστημιούπολης της Θεσσαλονίκης φτιάχτηκε πάνω σε ένα από τα μεγαλύτερα εβραϊκά νεκροταφεία της Ευρώπης.

Δεν  ήταν η πρώτη βεβήλωση του νεκροταφείου. Η πιο μεγάλη ήταν στη διάρκεια της Κατοχής όταν καταστράφηκε, και το υλικό των τάφων χρησιμοποιήθηκε ως οικοδομικό υλικό σε διάφορα δημόσια έργα. Κομμάτι και αυτό της επιχείρησης εξόντωσης του Εβραϊσμού του ελλαδικού χώρου.

Όμως,  η πρόσφατη βεβήλωση καθόλου άσχετη με το κλίμα τοξικού εθνικισμού που γέννησε η αντιπαράθεση για το Μακεδονικό, ήρθε να θυμίσει τη διαχρονική σύνδεση του ναζισμού, της ακροδεξιάς και του αντισημιτισμού.

Αλλά και να δείξει το πόσο βίαιες, βάναυσες και οριακά εξοντωτικές μπορούν να γίνουν οι ιδεολογίες του αποκλεισμού και του μίσους.

Σε  μία από τις πρώτες σκηνές του μνημειώδους ντοκιμαντέρ Shoah του Claude Lanzmann, o Simon Srebnik, ένας από τους ελάχιστους επιζήσαντες του στρατοπέδου του Chelmno, περπατά μέσα σε ένα όμορφο, ειδυλλιακό σχεδόν, δασικό τοπίο, κοντοστέκεται κοιτάζοντας προς τη μεριά ενός ξέφωτου και με την παράξενη απάθεια του ανθρώπου που έχει δει κατάματα το θάνατο, λέει: «Εδώ καίγανε ανθρώπους. Πολλοί άνθρωποι κάηκαν εδώ. Das ist der Platz. Αυτό είναι το μέρος». Μόνο που όταν το πλάνο ανοίγει, δεν υπάρχει κανένα ίχνος από τη μηχανή θανάτου που βρισκόταν εκεί.

Η 27η Ιανουαρίου επιλέχτηκε να είναι η παγκόσμια μέρα Μνήμης των Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος, επειδή στις 27 Ιανουαρίου 1945 ο Κόκκινος Στρατός απελευθέρωσε το Άουσβιτς.

Στη συλλογική μας μνήμη κυριαρχούν ακόμη οι εικόνες σκελετωμένων κρατουμένων και τα σωριασμένα πτώματα που αντίκρισαν στα στρατόπεδα οι συμμαχικές δυνάμεις.

Όμως, με έναν τρόπο, οι εικόνες αυτές δεν είναι οι πιο τρομακτικές από τα στρατόπεδα. Οι πιο τρομακτικές, κατά βάθος, εικόνες είναι αυτές από τα στρατόπεδα όπου ολοκληρώθηκε και η εξόντωση και η εξαφάνιση των ιχνών. Η πιο τρομακτική εικόνα του Ολοκαυτώματος είναι η απουσία ίχνους.

Γιατί στα μεγάλα «εργοστάσια θανάτου» της Treblinka, του Sobivor, του Belzec, του Chlemno και του Maidanek, οι Ναζί πρόλαβαν να ισοπεδώσουν τα lager, να μην αφήσουν καθόλου ίχνη. Με την εξαίρεση των μνημείων που τοποθετήθηκαν αργότερα, τίποτα δεν θυμίζει ότι εκεί μπορεί να εξοντώνονταν χιλιάδες άνθρωποι κάθε μέρα.

Στη συζήτηση του Ολοκαυτώματος κυριάρχησε η μεταφορά του «ανείπωτου» όπως και η περιγραφή του «μοναδικού» και «ανεπανάληπτου» συμβάντος. Μόνο που και οι δύο μεταφορές, όσο και εάν προσπαθούν να αποτυπώσουν το μέγεθος μιας φρίκης πραγματικά ανείπωτης και μοναδικής, δεν βοηθούν πάντα την αναμέτρηση μαζί του.

Το Ολοκαύτωμα δεν είναι «ανείπωτο», υπάρχουν λόγοι που το εξηγούν, και δυστυχώς δεν είναι «ανεπανάληπτο», γιατί παραμένουν ενεργοί οι μηχανισμοί που το γέννησαν.

Το Ολοκαύτωμα, δηλαδή η συνειδητή πολιτική επιλογή και η γιγάντια προσπάθεια σε επίπεδο επιμελητείας να εξοντωθεί το σύνολο του ευρωπαϊκού Εβραϊσμού, μαζί με το σύνολο των Ρομά αλλά και των «πολιτικών στελεχών» του Κόκκινου Στρατού, αποτέλεσε όντως στιγμή μοναδική, όμως ενταγμένη σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο.

Δεν έπεσε από τον ουρανό, δεν προέκυψε από την τρέλα ή την απανθρωπιά όσων το δημιούργησαν. Υπήρξε η πιο ακραία εκδοχή για το πού μπορεί να φτάσει ο παροξυσμός του κρατικού ρατσισμού και η λογική της εθνικής και φυλετικής καθαρότητας –μια λογική την οποία μοιράστηκαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μοιράζονταν όλες οι ηγετικές καπιταλιστικές δυνάμεις του 20ου αιώνα.

Αποτέλεσε την υλοποίηση της ακραίας βίας στην οποία μπορεί να οδηγήσει ο εθνικιστικός και ρατσιστικός φόβος του «άλλου». Ήταν η ακραία εκδοχή της βιοπολιτικής της ασφάλειας και της προστασίας του πληθυσμού –το νήμα που συνδέει το ρατσισμό με την ευγονική, τις καραντίνες, τις ποικίλες μορφές προληπτικού εγκλεισμού, τις στειρώσεις «καθυστερημένων». Ήταν η ακραία εκδοχή της εργαλειακής ορθολογικότητας που σφραγίζει την εποχή του καπιταλισμού, όταν η  εξόντωση, σε βραχύ χρόνο, ολόκληρων λαών, αντιμετωπίζεται ως τεχνικό και γραφειοκρατικό ζήτημα, με όλη την «κοινοτοπία του κακού» για την οποία εύστοχα μίλησε η Arendt.

Υπ’ αυτή την έννοια, η σκιά του Ολοκαυτώματος είναι πάντα εδώ. Είναι πάντα εδώ ως το σκοτεινό άλλο πρόσωπο της νεωτερικότητας. Είναι η διαρκής υπενθύμιση ότι ο συνδυασμός της καπιταλιστικής  ορθολογικότητας, της μεγάλης συγκέντρωσης ισχύος εξαναγκασμού που φέρει το αστικό κράτος (το κατά Weber «μονοπώλιο της βίας»), αλλά και το σκοτεινό υπόβαθρο «συνεκτικών» ιδεολογιών όπως το «έθνος» (και το απόκληρο, σήμερα, αδερφάκι του, η «φυλή»), μπορεί να οδηγήσει σε παγκόσμιους πολέμους, σε μαζικές εξοντώσεις, σε εργοστάσια θανάτου.

Η επιμονή να μην θεωρηθεί το Ολοκαύτωμα κάτι το «ανείπωτο» και το «ανεπανάληπτο» δεν μειώνει το χρέος του Θρήνου και της Μνήμης. Αλλά απελευθερώνει τη σκέψη και την πράξη, ώστε να στοχαστούμε και να δράσουμε για την απαλλαγή από τις κοινωνικές σχέσεις που το γέννησαν και μπορούν να το ξαναγεννήσουν.


Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: